.
Εκδήλωση σε κιμπούτς, το 1951 (Wikimedia Commons)
Σιωνισμός, Ισραήλ, Εβραϊσμός
Το δοκίμιο εξετάζει την έννοια του Σιωνισμού, την ιστορική εξέλιξή του και τις σύγχρονες παρερμηνείες του. Αφετηρία αποτελεί η διάκριση μεταξύ της διαχρονικής εβραϊκής εθνικής ταυτότητος και του νεωτέρου πολιτικού κινήματος που επεδίωξε την απόκτηση κρατικής υποστάσεως στην ιστορική κοιτίδα.
Η ίδρυση του Ισραήλ το 1948 μετέβαλε ριζικά το αντικείμενο του Σιωνισμού, από την επιδίωξη συγκροτήσεως κράτους στη διατήρηση και διαμόρφωση ενός ήδη υπάρχοντος. Η μεταβολή αυτή συνοδεύθηκε από διεύρυνση και βαθμιαία ασάφεια του ιδεολογικού περιεχομένου του όρου.
Εξετάζονται οι διαφορές μεταξύ Σιωνισμού, μη Σιωνισμού, αντισιωνισμού και μετασιωνισμού, καθώς και η χρήση των χαρακτηρισμών αυτών στον αυτοπροσδιορισμό και στον ετεροπροσδιορισμό. Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται στον Σιωνισμό μη Εβραίων και στη δυνατότητα συμπτώσεως πολιτικών επιδιώξεων μεταξύ δρώντων με ασύμβατες ιδεολογικές αφετηρίες.
Τέλος, διερευνάται η διάκριση μεταξύ αντισιωνισμού και αντισημιτισμού, με αναφορά στις διαφορετικές σύγχρονες προσεγγίσεις και στη διεθνή πολιτική χρήση των σχετικών εννοιών.
Κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η ιδεολογική προσχώρηση, η αποδοχή της υπάρξεως του Ισραήλ και η υποστήριξη συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων δεν αποτελούν ισοδύναμες τοποθετήσεις. Η κατανόηση του Σιωνισμού απαιτεί, επομένως, εξέταση του πραγματικού περιεχομένου και των επιδιώξεών του, πέρα από τους συχνά ασαφείς ή αξιολογικά φορτισμένους χαρακτηρισμούς.
Μία πρόσφατη πολιτική αντιπαράθεση στο Ισραήλ, κατά την οποία ορισμένες εβραϊκές πολιτικές δυνάμεις χαρακτηρίστηκαν σιωνιστικές, ενώ άλλες μη σιωνιστικές, ανεκίνησε ένα ερώτημα, η απάντηση στο οποίο αποδεικνύεται λιγότερο αυτονόητη από όσο φαίνεται: τι ακριβώς σημαίνει σήμερα Σιωνισμός στο Ισραήλ και έξω από αυτό;
Πώς είναι δυνατόν ορισμένοι Εβραίοι, που επιθυμούν τη διατήρηση και την ενίσχυση του εβραϊκού χαρακτήρα του Ισραήλ, να μην αυτοπροσδιορίζονται ως Σιωνισταί; Πώς συμβαίνει άλλοι, με βαθύτατες διαφωνίες ως προς τη θρησκεία, την πολιτική και την εδαφική φυσιογνωμία του κράτους, να διεκδικούν εξ ίσου τη σιωνιστική ταυτότητα; Και πώς εξηγείται ότι υπάρχουν μη Εβραίοι Σιωνισταί, ακόμη και άνθρωποι των οποίων η υποστήριξη του σιωνιστικού εγχειρήματος υπαγορεύθηκε ιστορικά από αντιεβραϊκά αισθήματα;
Η σύγχυση δεν αποτελεί αποκλειστικά πρόβλημα της καθημερινής πολιτικής αντιπαραθέσεως. Αντανακλά τη σταδιακή μεταβολή του περιεχομένου μιας ιδεολογίας, της οποίας ο αρχικός ιστορικός σκοπός πραγματοποιήθηκε, χωρίς όμως να τερματιστεί η πολιτική της λειτουργία.
Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο, χρειάζεται να διακρίνουμε τον ιστορικό Σιωνισμό από τη μεταγενέστερη ιδεολογική του εξέλιξη και, κυρίως, από τις διαφορετικές σημασίες που αποδίδονται σήμερα στον όρο από εκείνους που τον χρησιμοποιούν.
Η λέξη «Σιωνισμός» προέρχεται από τη Σιών (Ṣiyyôn), ονομασία που αρχικώς αναφερόταν σε οχυρωμένη θέση της αρχαίας Ιερουσαλήμ. Στη βιβλική παράδοση απέκτησε βαθμιαία ευρύτερο γεωγραφικό και συμβολικό περιεχόμενο, δηλώνοντας την Ιερουσαλήμ, την ιστορική πατρίδα και, συνεκδοχικώς, το ίδιο το εβραϊκό έθνος. Η ακριβής ετυμολογία του αρχαίου τοπωνυμίου δεν είναι βεβαία.
Ο νεότερος πολιτικός όρος προέρχεται από το γερμανικό Zionismus, που εισήγαγε περί το 1890 ο εβραϊκής καταγωγής διανοούμενος Νάθαν Μπίρνμπαουμ (Nathan Birnbaum). Ο όρος καθιερώθηκε με την ανάπτυξη του οργανωμένου σιωνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα μετά το Πρώτο Σιωνιστικό Συνέδριο της Βασιλείας, το 1897, υπό την ηγεσία του Θεοδώρου Χερτσλ (Theodor Herzl) (McCullough, 2009).
Η πολιτική επιδίωξη, ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται πριν από τη δημιουργία του όρου. Ο Σιωνισμός απετέλεσε έκφραση του νεότερου εβραϊκού εθνικισμού, ο οποίος αναπτύχθηκε μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον της καταβολής των εθνικών κινημάτων.
Η θεμελιώδης παραδοχή του Σιωνισμού ήταν ότι οι Εβραίοι δεν αποτελούσαν αποκλειστικά θρησκευτική κοινότητα, αλλά έθνος με ιστορική συνέχεια και δικαίωμα εθνικής αυτοδιαθέσεως. Η αντίληψη αυτή στηριζόταν στη συνείδηση κοινής καταγωγής, στην ιστορική μνήμη της αρχαίας εβραϊκής κρατικής υποστάσεως, στη διατήρηση ιδιαίτερων πολιτισμικών και κοινοτικών παραδόσεων και στη διαχρονική αναφορά στην ιστορική πατρίδα. Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση αυτών των στοιχείων διαδραμάτισε η εβραϊκή θρησκεία, η οποία ενσωμάτωνε την εθνική ιστορία, τη συλλογική μνήμη, τη γλώσσα των ιερών κειμένων και ένα συνεκτικό σύστημα κανόνων και τελετουργιών. Έτσι, παρά τη γεωγραφική διασπορά και την απώλεια κοινής καθημερινής γλώσσης και κρατικής κυριαρχίας, διατηρήθηκαν ουσιώδη στοιχεία διαχρονικής εθνικής ταυτότητος (Cohen, 1999· Smith, 2003· Yerushalmi, 1982), τα οποία ο νεότερος Σιωνισμός αξιοποίησε και αναδιατύπωσε με τους όρους του συγχρόνου εθνικισμού (Shimoni, 1995).
Η συγκρότηση του πολιτικού Σιωνισμού δεν αποτέλεσε, ωστόσο, την αφετηρία της εβραϊκής επιστροφής στην ιστορική κοιτίδα. Ήδη από το 1882 είχε αναπτυχθεί σημαντικό μεταναστευτικό ρεύμα, με θρησκευτικά, οικονομικά και πρώιμα εθνικά κίνητρα. Η εγκατάσταση αυτή πραγματοποιείτο χωρίς εξησφαλισμένη συλλογική πολιτική και νομική προστασία, γεγονός που προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία στη μεταγενέστερη διπλωματική επιδίωξη του Χερτσλ (Mandel, 1974· Reimer, 2019).
Το Πρόγραμμα της Βασιλείας του 1897 προσδιόρισε ως σκοπό τη δημιουργία μιας δημοσίως και νομικώς εξησφαλισμένης εστίας για το εβραϊκό έθνος στην Παλαιστίνη 1. Η διατύπωση δεν απαιτούσε ακόμη ρητώς την άμεση ίδρυση ανεξαρτήτου κράτους, αλλά έθετε τις πολιτικές και νομικές προϋποθέσεις ενός εθνικού εγχειρήματος που βαθμιαία εξελίχθηκε σε διεκδίκηση κρατικής κυριαρχίας (World Zionist Organization, 1897).
Ο Σιωνισμός υπήρξε, συνεπώς, κίνημα εθνικής αποκαταστάσεως. Η προοπτική αυτή συνδεόταν με τις αντισημιτικές διώξεις και την επισφάλεια της εβραϊκής παρουσίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά δεν αφορούσε στην αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου, τουλάχιστον βραχυπροθέσμως, αφού η εγκατάσταση γινόταν σε μάλλον δυσμενές και οπωσδήποτε αβέβαιο περιβάλλον. Η προοπτική περιλάμβανε κυρίως την επιδίωξη εθνικής πολιτικής συγκροτήσεως στην ιστορική πατρίδα.
Ο Σιωνισμός δεν δημιούργησε εκ του μηδενός την εβραϊκή εθνική ταυτότητα, αλλά αξιοποίησε την ιστορική της συνέχεια, επιδιώκοντας να της προσδώσει σύγχρονη πολιτική και εδαφική υπόσταση (Conforti, 2021).
Η διάκριση μεταξύ ιστορικής συνεχείας, εθνικής αυτοσυνειδησίας και διεκδικήσεως κρατικής υποστάσεως είναι απαραίτητη. Πρόκειται για τρία διαφορετικά φαινόμενα, η εμφάνιση των οποίων δεν είναι υποχρεωτικώς ταυτόχρονη.
Εβραϊκή πομπή στο Λονδίνο, πιθανώς στις 26 Ιουνίου 1919. Σιωνιστική Συναγωγή της οδού Little Alie. Διαδήλωση πένθους και διαμαρτυρίας. Η φωτογραφία ενδέχεται να σχετίζεται με την πανεθνική εβραϊκή διαμαρτυρία κατά των πογκρόμ στην Πολωνία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ακριβής ημερομηνία, ο φωτογράφος και η αρχική αρχειακή προέλευση παραμένουν μη επαληθευμένα.
Παρά τον κοινό εθνικό σκοπό, ο Σιωνισμός δεν συγκρότησε ποτέ μία απολύτως ενιαία ιδεολογία.
Ο πολιτικός Σιωνισμός του Χερτσλ έδινε προτεραιότητα στη διπλωματική εξασφάλιση διεθνούς αναγνωρίσεως. Ο πολιτισμικός Σιωνισμός, με σημαντικό εκπρόσωπο τον Αχάντ Χαάμ (Ahad Ha'am), τόνιζε την ανάγκη δημιουργίας εβραϊκού πνευματικού και πολιτισμικού κέντρου. Ο εργατικός Σιωνισμός συνέδεε την εθνική αποκατάσταση με σοσιαλιστικές αντιλήψεις και τη συγκρότηση νέας παραγωγικής κοινωνίας, ενώ ο αναθεωρητικός Σιωνισμός, που συνδέθηκε με τον Ζεέβ Γιαμποτίνσκυ (Ze'ev Jabotinsky), έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην εθνική κυριαρχία, την εδαφική διεκδίκηση και τη στρατιωτική ισχύ.
Παραλλήλως, αναπτύχθηκε ο θρησκευτικός Σιωνισμός, ο οποίος αντιμετώπιζε την εθνική αποκατάσταση μέσα από το πρίσμα της εβραϊκής θρησκευτικής παραδόσεως (Shimoni, 1995· Conforti, 2021).
Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν ήταν δευτερεύουσες. Αφορούσαν τη φυσιογνωμία της επιδιωκομένης κοινωνίας, τη σχέση θρησκείας και πολιτικής, την εδαφική έκταση του μελλοντικού κράτους και τα μέσα επιτεύξεως του εθνικού σκοπού.
Ο κοινός παρονομαστής δεν ήταν επομένως ένα ενιαίο κυβερνητικό ή κοινωνικό πρόγραμμα, αλλά η αποδοχή της εβραϊκής εθνικής αυτοδιαθέσεως στην ιστορική κοιτίδα ως θεμιτής και επιθυμητής πολιτικής επιδιώξεως.
Η διάκριση αυτή παραμένει κρίσιμη και σήμερα. Η σιωνιστική ιδιότητα δεν συνεπάγεται συγκεκριμένο βαθμό θρησκευτικότητας, οικονομικό σύστημα, στάση έναντι της δημοκρατίας ή δεδομένη αντίληψη περί συνόρων.
Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, στις 14 Μαΐου 1948, πραγματοποίησε τον θεμελιώδη πολιτικό σκοπό του Σιωνισμού. Από εκείνη τη στιγμή ανέκυψε ένα ουσιώδες εννοιολογικό πρόβλημα: εφ όσον είχε ήδη δημιουργηθεί το εβραϊκό εθνικό κράτος, ποιός ήταν πλέον ο ιδιαίτερος λόγος υπάρξεως του σιωνιστικού κινήματος;
Η συνέχιση της μεταναστεύσεως των Εβραίων προς το Ισραήλ (aliyah) αποτελούσε προφανή, αλλά όχι πλήρη απάντηση.
Ο ύστερος Σιωνισμός 2 διηύρυνε την αποστολή του στη διατήρηση και ενίσχυση του εβραϊκού χαρακτήρος του κράτους, στην εθνική και πολιτισμική συνοχή, στην ασφάλεια, στην εκπαίδευση, στη διατήρηση των δεσμών με τη Διασπορά και, αναλόγως της ιδεολογικής κατευθύνσεως, σε διαφορετικές αντιλήψεις περί εδαφικής και εθνικής ολοκληρώσεως.
Η μεταβολή αυτή αποτυπώθηκε θεσμικώς το 1951, όταν το 23ο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο ενέκρινε διακήρυξη για τα καθήκοντα του Σιωνισμού μετά την ίδρυση του Ισραήλ. Το κείμενο αποτελεί την αφετηρία του λεγόμενου «Προγράμματος της Ιερουσαλήμ», της επίσημης ιδεολογικής διακηρύξεως της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργανώσεως, η οποία δεν αποτελεί κρατικό όργανο του Ισραήλ. Ανώτατο όργανό της είναι το Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο, ενώ κατά τα διαστήματα μεταξύ των Συνεδρίων πολλές από τις αρμοδιότητές του ασκούνται από το Σιωνιστικό Γενικό Συμβούλιο. Έτσι εξηγείται ότι το Πρόγραμμα αναδιατυπώθηκε το 1968 από το 27ο Συνέδριο και το 2004 από το Γενικό Συμβούλιο, ενώ τον Φεβρουάριο του 2024 τροποποιήθηκε εκ νέου το άρθρο 2 του καταστατικού της Οργανώσεως, στο οποίο ενσωματώνεται το Πρόγραμμα (World Zionist Organization, 2024a). Στη σημερινή του μορφή, το Πρόγραμμα προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση του Ισραήλ ως εβραϊκού, σιωνιστικού, δημοκρατικού και ασφαλούς κράτους, την ενθάρρυνση της εβραϊκής μεταναστεύσεως και την ενίσχυση των δεσμών με τη Διασπορά (World Zionist Organization, 2024b).
Η εξέλιξη αυτή έχει μία σημαντική συνέπεια: από κίνημα αποκτήσεως κρατικής υποστάσεως, ο Σιωνισμός μετατράπηκε σε ιδεολογία διατηρήσεως και διαμορφώσεως ενός ήδη υπάρχοντος κράτους.
Πρόκειται για μεταβολή ουσίας, όχι απλώς ορολογίας (Shimoni, 1996).
Από τη στιγμή που υπάρχει ανεξάρτητο κράτος, οι ανάγκες ασφαλείας, οικονομικής αναπτύξεως, διεθνούς επιρροής και εδαφικής προστασίας αποτελούν κανονικές λειτουργίες της κρατικής πολιτικής. Δεν είναι αυτονόητο ότι κάθε τέτοια επιδίωξη συνιστά ειδικώς σιωνιστική πολιτική.
Αντιστρόφως, μία σιωνιστική ιδεολογική επιδίωξη μπορεί να μην ταυτίζεται πάντοτε με το κρατικό συμφέρον, όπως το εκτιμά η εκάστοτε ισραηλινή κυβέρνηση.
Η διάκριση μεταξύ σιωνιστικής ιδεολογίας και κρατικού συμφέροντος δεν συνεπάγεται, ωστόσο, θεσμική απομόνωση της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργανώσεως από το ισραηλινό κράτος. Η Οργάνωση, μολονότι δεν αποτελεί κρατικό όργανο, διατηρεί ειδικό καθεστώς συνεργασίας με το Ισραήλ, αναγνωρισμένο νομοθετικώς από το 1952. Ως φορέας της σιωνιστικής ιδεολογίας επιδιώκει τη διατήρηση και προώθηση των αρχών της, ενώ μέσω των θεσμικών και πολιτικών της διασυνδέσεων συμμετέχει και στην εφαρμογή συγκεκριμένων κρατικών πολιτικών. Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη, καθώς τα ισραηλινά σιωνιστικά κόμματα εκπροσωπούνται στο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο, αναλογικά προς την κοινοβουλευτική τους δύναμη, συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφωση της διοικήσεως και των προτεραιοτήτων της Οργανώσεως. Πρόκειται, επομένως, για σύστημα ιδεολογικής και θεσμικής αλληλεπιδράσεως, μέσω του οποίου η σιωνιστική ιδεολογία εξακολουθεί να συνδέεται οργανωμένα με την άσκηση της κρατικής πολιτικής (Knesset, 1952· World Zionist Organization, χ.χ.).
Ο εβραϊκός εθνικός χαρακτήρας του ισραηλινού κράτους έχει, άλλωστε, κατοχυρωθεί συνταγματικώς. Ο Βασικός Νόμος του 2018 περί εθνικού κράτους ορίζει ρητώς ότι το Ισραήλ αποτελεί εθνικό κράτος του εβραϊκού έθνους και ότι το δικαίωμα εθνικής αυτοδιαθέσεως εντός αυτού ασκείται αποκλειστικώς από το εβραϊκό έθνος (Knesset, 2018).
Η συνταγματική αυτή κατοχύρωση δεν αναιρεί τη θεμελιώδη διάκριση: ο Σιωνισμός ως ιδεολογία και το Ισραήλ ως κυρίαρχο κράτος συνδέονται στενά, αλλά δεν ταυτίζονται. Η πρώτη εξακολουθεί να επηρεάζει τη φυσιογνωμία και τις επιδιώξεις του δεύτερου, χωρίς κάθε κρατική πολιτική να αποτελεί κατ' ανάγκην εφαρμογή της σιωνιστικής ιδεολογίας.
Η διάκριση γίνεται ακόμη σημαντικότερη επειδή η εβραϊκή εθνική κοινότητα εκτείνεται πέραν των συνόρων του Ισραήλ, ενώ το σώμα των Ισραηλινών πολιτών περιλαμβάνει και μη Εβραίους. Συνεπώς, ούτε το εβραϊκό έθνος περιορίζεται στον ισραηλινό πληθυσμό ούτε η ισραηλινή πολιτική κοινωνία ταυτίζεται με το εβραϊκό έθνος.
Πέρα από το ιστορικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο, ο όρος «Σιωνισμός» χρησιμοποιείται σήμερα και ως στοιχείο πολιτικού αυτοπροσδιορισμού, συχνά με εννοιολογική χαλαρότητα, καθώς όσοι τον χρησιμοποιούν δεν έχουν πάντοτε σαφή αντίληψη του περιεχομένου του ή του αποδίδουν διαφορετικές σημασίες.
Ο Σιωνιστής αναγνωρίζει την εβραϊκή εθνική αυτοδιάθεση ως θεμιτό πολιτικό σκοπό και υποστηρίζει τη διατήρηση του Ισραήλ ως εβραϊκού εθνικού κράτους. Η τοποθέτηση αυτή δεν προϋποθέτει αποδοχή μιας συγκεκριμένης κυβερνήσεως, πολιτικής ιδεολογίας ή θρησκευτικής αντιλήψεως.
Ο μη Σιωνιστής (non-Zionist ή, σε ορισμένα συμφραζόμενα, a-Zionist) δεν ενστερνίζεται τη σιωνιστική ιδεολογία, χωρίς κατ' ανάγκην να αντιτίθεται στην ύπαρξη ή στον εβραϊκό χαρακτήρα του Ισραήλ.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πολλών υπερορθόδοξων Εβραίων, των Χαρεντί (Haredim). Οι κοινότητες αυτές δίνουν προτεραιότητα στη θρησκευτική παράδοση και στην τήρηση των κανόνων της, χωρίς να αποδέχονται υποχρεωτικά τον νεότερο πολιτικό εθνικισμό ως θεμιτό θεμέλιο της εβραϊκής κρατικής αποκαταστάσεως. Εντούτοις, μπορούν να επιθυμούν ενεργώς την ύπαρξη και την ενίσχυση του Ισραήλ και να επιδιώκουν μάλιστα εντονότερο εβραϊκό θρησκευτικό χαρακτήρα του κράτους. Η μελέτη του Peter Lintl καταδεικνύει ότι η μεγάλη πλειονότης των υπερορθοδόξων εντάσσεται ιστορικά στον μη σιωνιστικό χώρο, παρά τη συμμετοχή της στους κρατικούς θεσμούς (Lintl, 2020).
Ο αντισιωνιστής, αντιθέτως, απορρίπτει ενεργώς το σιωνιστικό πολιτικό εγχείρημα. Οι λόγοι της αντιθέσεώς του μπορεί να είναι θρησκευτικοί, εθνικοί ή ιδεολογικοί. Ορισμένες υπερορθόδοξες ομάδες αντιτίθενται στη συγκρότηση εβραϊκής κρατικής κυριαρχίας με ανθρώπινη πρωτοβουλία, αφού συσχετίζουν την κρατική αυτή κυριαρχία με την έλευση του Μεσσία, και την εθνική λύτρωση που αυτή θα φέρει. Άλλοι αντισιωνισταί απορρίπτουν την αρχή του εβραϊκού εθνικού κράτους, διότι απλώς υποστηρίζουν διαφορετικά πολιτειακά πρότυπα.
Επομένως, ο αντισιωνισμός δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά την επιδίωξη φυσικής καταργήσεως του ισραηλινού κράτους ή απομακρύνσεως των κατοίκων του. Μπορεί να αφορά την απόρριψη της εθνικής ιδεολογίας πάνω στην οποία αυτό συγκροτήθηκε. Υπάρχουν, ωστόσο, και αντισιωνιστικές κινήσεις που αρνούνται τη νομιμότητα της ίδιας της σημερινής ισραηλινής κρατικής υποστάσεως.
Ο μετασιωνισμός (post-Zionism) αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Δεν δηλώνει απλώς έναν ενδιάμεσο βαθμό μεταξύ Σιωνισμού και αντισιωνισμού. Περιλαμβάνει διαφορετικά ρεύματα που αμφισβητούν κατά πόσον η σιωνιστική ιδεολογία εξακολουθεί να αποτελεί επαρκές πλαίσιο ερμηνείας της ιστορίας και οργανώσεως της σύγχρονης ισραηλινής κοινωνίας, μετά την πραγματοποίηση του αρχικού εθνικού σκοπού (Silberstein, 1999).
Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί δεν συγκροτούν μία απλή κλίμακα αυξανόμενης ή μειούμενης προσκολλήσεως στο ισραηλινό κράτος.
Ο μη Σιωνιστής μπορεί να είναι ένθερμος υποστηρικτής του Ισραήλ. Ο Σιωνιστής μπορεί να απορρίπτει ριζικά την πολιτική της κυβερνήσεώς του. Ο αντισιωνιστής μπορεί να επιθυμεί τη συνέχιση της υπάρξεως ενός κράτους στην ίδια επικράτεια, αλλά με διαφορετική εθνική ή συνταγματική φυσιογνωμία.
Η αποδοχή του κράτους, η επιθυμητή εθνική ή θρησκευτική φυσιογνωμία του και η προσχώρηση στη σιωνιστική ιδεολογία αποτελούν τρία διαφορετικά πράγματα.
Η εννοιολογική δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη όταν οι παραπάνω χαρακτηρισμοί χρησιμοποιούνται ως στοιχεία προσωπικής ή πολιτικής ταυτότητας.
Ένας πολίτης μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως Σιωνιστής επειδή υποστηρίζει την εβραϊκή εθνική αυτοδιάθεση. Ένας άλλος μπορεί να χρησιμοποιεί την ίδια λέξη ως συνώνυμο του ισραηλινού πατριωτισμού. Ένας τρίτος μπορεί να αποφεύγει τον χαρακτηρισμό, επειδή συνδέει τον Σιωνισμό με πολιτικές επιλογές που απορρίπτει, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει πλήρως το δικαίωμα υπάρξεως του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους.
Η ασάφεια δεν αποτελεί απλώς θεωρητική υπόθεση.
Σε έρευνα του Jewish People Policy Institute, τον Δεκέμβριο του 2025, περίπου το 85% των Εβραίων Ισραηλινών αυτοπροσδιορίστηκε ως σιωνιστικό, έναντι μόλις 4% των Αράβων Ισραηλινών. Η έρευνα περιελάμβανε επίσης τις επιλογές μη σιωνιστής, μετασιωνιστής και αντισιωνιστής, καθώς και τη δυνατότητα μη επιλογής κάποιας κατηγορίας (Jewish People Policy Institute, 2025).
Τα ποσοστά καταδεικνύουν τη διαφορετική σχέση των δύο πληθυσμιακών ομάδων με τη σιωνιστική ταυτότητα. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι όσοι επέλεξαν τον ίδιο χαρακτηρισμό τού απέδιδαν και το ίδιο ιδεολογικό περιεχόμενο.
Ακόμη περισσότερο αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα έρευνας των Jewish Federations of North America, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2025 και δημοσιοποιήθηκε ως προς το συγκεκριμένο θέμα τον Φεβρουάριο του 2026.
Το 88% των Αμερικανοεβραίων ερωτηθέντων ανεγνώριζε το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει ως εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος, αλλά μόλις το 37% αυτοπροσδιοριζόταν ως σιωνιστικό. Το 30% δήλωσε ότι κανένας από τους προσφερόμενους χαρακτηρισμούς δεν το εξέφραζε, ενώ ένα επιπλέον 18% δήλωσε αβεβαιότητα (Jewish Federations of North America, 2026).
Η απόκλιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εάν ο Σιωνισμός σημαίνει απλώς την αναγνώριση του δικαιώματος εβραϊκής εθνικής αυτοδιαθέσεως, πώς εξηγείται ότι η αποδοχή του δικαιώματος αυτού είναι τόσο ευρύτερη από την αποδοχή του αντίστοιχου ιδεολογικού χαρακτηρισμού;
Μία ουσιώδης εξήγηση βρίσκεται στις διαφορετικές σημασίες που οι ερωτώμενοι αποδίδουν στη λέξη. Ορισμένοι συνδέουν τον Σιωνισμό με την εθνική αυτοδιάθεση, ενώ άλλοι προσθέτουν την ανεπιφύλακτη υποστήριξη των ενεργειών του Ισραήλ, συγκεκριμένες εδαφικές διεκδικήσεις ή ακόμη και την αντίληψη εβραϊκής εθνικής ανωτερότητος.
Αυτά, όμως, δεν αποτελούν αναγκαία συστατικά του ιστορικού ορισμού του Σιωνισμού.
Δεν μπορούμε συνεπώς να θεωρούμε τον αυτοπροσδιορισμό αξιόπιστο υποκατάστατο της πραγματικής ιδεολογικής τοποθετήσεως, εάν προηγουμένως δεν γνωρίζουμε ποιό περιεχόμενο αποδίδει ο καθένας στον χρησιμοποιούμενο όρο.
Η ασάφεια του αυτοπροσδιορισμού συνοδεύεται από ένα ακόμη πρόβλημα: την απόδοση του χαρακτηρισμού από τρίτους.
Ο όρος «Σιωνιστής» μπορεί να αποτελεί τίτλο υπερηφανείας για εκείνον που τον αποδέχεται, αλλά να χρησιμοποιείται ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός από κάποιον πολιτικό αντίπαλο. Αντιστρόφως, ο χαρακτηρισμός «αντισιωνιστής» μπορεί να εκφράζει συνειδητή ιδεολογική επιλογή, αλλά να αποδίδεται επίσης ως κατηγορία εθνικής απιστίας ή εχθρότητας απέναντι στο ισραηλινό κράτος.
Πρόκειται για γνωστό φαινόμενο της πολιτικής γλώσσας: ένας όρος που αρχικώς περιγράφει συγκεκριμένη ιδεολογική θέση αποκτά πρόσθετο αξιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται για την επιδοκιμασία ή απαξίωση προσώπων και ομάδων.
Στην περίπτωση του Σιωνισμού, η διαδικασία αυτή ενισχύεται από τη συναισθηματική και ιστορική φόρτιση της ίδιας της εννοίας. Για ορισμένους, ο Σιωνισμός συνδέεται με την εθνική απελευθέρωση και την ασφάλεια ενός ιστορικά διωκομένου έθνους. Για άλλους, συνδέεται πρωτίστως με τις συνέπειες του σιωνιστικού εγχειρήματος για τον αραβικό πληθυσμό της Παλαιστίνης, και με τις μεταγενέστερες πολιτικές του ισραηλινού κράτους (Penslar, 2023).
Έτσι, ο ίδιος χαρακτηρισμός μπορεί να αποτελεί δήλωση εθνικής ταυτότητας ή πολιτική μομφή, αναλόγως του προσώπου και του περιβάλλοντος στο οποίο χρησιμοποιείται.
Ο ετεροπροσδιορισμός, επομένως, δεν αποτελεί κατ' ανάγκην αντικειμενική πληροφορία για τις πεποιθήσεις εκείνου στον οποίο αποδίδεται. Συχνά αποκαλύπτει περισσότερα για την ιδεολογία και τις επιδιώξεις εκείνου που χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό.
Μία πρόσθετη πηγή συγχύσεως είναι η συχνή ταύτιση του Σιωνισμού με την εβραϊκή θρησκευτική ή εθνική ταυτότητα.
Η ταύτιση είναι εσφαλμένη και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Δεν είναι όλοι οι Εβραίοι Σιωνισταί, ούτε είναι όλοι οι Σιωνισταί Εβραίοι.
Η υποστήριξη της εβραϊκής εθνικής αυτοδιαθέσεως μπορεί να προέρχεται από ανθρώπους διαφορετικής εθνικής και θρησκευτικής καταγωγής. Ένας Άραβας Ισραηλινός πολίτης μπορεί, για παράδειγμα, να αποδέχεται τον εβραϊκό εθνικό χαρακτήρα του κράτους και να επιθυμεί τη διατήρησή του. Αντιστρόφως, ένας Εβραίος μπορεί να απορρίπτει τον Σιωνισμό για θρησκευτικούς ή κοσμικούς ιδεολογικούς λόγους.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικός είναι ο Χριστιανικός Σιωνισμός.
Πρόκειται για ιστορικό θρησκευτικό ρεύμα, με σημαντικές ρίζες στον βρετανικό Προτεσταντισμό, το οποίο αποδίδει στην επιστροφή των Εβραίων στην ιστορική τους πατρίδα ιδιαίτερη βιβλική ή εσχατολογική σημασία. Σε ορισμένες εκδοχές του, η εβραϊκή εθνική αποκατάσταση συνδέεται με τις προφητείες και τις προσδοκίες για τη Δευτέρα Παρουσία (Lewis, 2010).
Οι Χριστιανοί Σιωνισταί μπορούν, επομένως, να υποστηρίζουν την ίδια πρακτική πολιτική με τους Εβραίους Σιωνιστάς, χωρίς να συμμερίζονται τη θεολογική ή εθνική τους αφετηρία.
Υπάρχει, όμως, και μία περισσότερο παράδοξη δυνατότης: η υποστήριξη του σιωνιστικού εγχειρήματος για λόγους εχθρικούς προς τους ίδιους τους Εβραίους.
Η επιδίωξη απομακρύνσεως των Εβραίων από τις κοινωνίες στις οποίες ζούσαν προηγουμένως μπορούσε ιστορικά να συμπίπτει με τον πρακτικό στόχο της ενθαρρύνσεως της μεταναστεύσεως τους προς την Παλαιστίνη. Η σύμπτωση αυτή δεν σήμαινε αναγνώριση της εβραϊκής εθνικής αυτοδιαθέσεως ούτε ιδεολογική προσχώρηση στον Σιωνισμό.
Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του ναζιστικού καθεστώτος κατά τα πρώτα χρόνια της εξουσίας του. Η έρευνα του Francis Nicosia έχει αναδείξει πώς η ναζιστική πολιτική επιδιώξεως εβραϊκής μεταναστεύσεως μπορούσε περιστασιακά να δημιουργεί πεδία πρακτικής συνεννοήσεως με σιωνιστικές οργανώσεις που προσπαθούσαν να διασώσουν διωκόμενους Εβραίους. Οι δύο πλευρές, ωστόσο, είχαν ριζικά διαφορετικούς σκοπούς και ιδεολογικές αφετηρίες (Nicosia, 2008).
Η ιστορική αυτή περίπτωση δεν δικαιολογεί την εξίσωση Σιωνισμού και αντισημιτισμού. Αναδεικνύει το ακριβώς αντίθετο: ότι η σύμπτωση ενός επιμέρους πρακτικού στόχου δεν συνεπάγεται ταυτότητα ιδεολογίας.
Η ιδεολογική προσχώρηση, η πολιτική υποστήριξη και η περιστασιακή σύμπτωση συμφερόντων αποτελούν διαφορετικά φαινόμενα.
Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της διεθνούς πολιτικής διαστάσεως του Σιωνισμού.
Η εννοιολογική σύγχυση φθάνει στο αποκορύφωμά της όταν ο Σιωνισμός και ο αντισιωνισμός συνδέονται αυτομάτως με την αποδοχή ή την εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους.
Ο αντισημιτισμός αφορά την προκατάληψη, τη διάκριση ή την εχθρότητα κατά των Εβραίων ως Εβραίων. Ο αντισιωνισμός αφορά την αντίθεση σε συγκεκριμένη εθνική ιδεολογία και στο πολιτικό της εγχείρημα. Οι έννοιες δεν ταυτίζονται σε επίπεδο ορισμών, αλλά μπορούν να αλληλεπικαλύπτονται.
Η κριτική μιας ισραηλινής κυβερνήσεως δεν συνιστά κατ' ανάγκην αντισιωνισμό, όπως η κριτική του Σιωνισμού δεν αποδεικνύει από μόνη της αντισημιτισμό.
Αντιστρόφως, η χρησιμοποίηση του όρου «Σιωνιστής» ως υποκαταστάτου της λέξεως «Εβραίος», ιδίως όταν συνοδεύεται από γενικεύσεις περί συλλογικής ενοχής, υποτιθεμένης μυστικής εξουσίας ή ενιαίας εβραϊκής πολιτικής βουλήσεως, μπορεί να αποτελεί εκδήλωση αντισημιτισμού.
Ιδιαίτερη μορφή εννοιολογικής εκτροπής αποτελεί η συνωμοσιολογική επίκληση του «διεθνούς Σιωνισμού», όχι ως υπαρκτού πολιτικού κινήματος με διεθνή δραστηριότητα, αλλά ως υποτιθέμενου, αφανούς και πανίσχυρου κέντρου παγκόσμιας εξουσίας. Το φαινόμενο δεν αποτελεί ελληνική αποκλειστικότητα ούτε περιορίζεται σε ορισμένη ιδεολογική παράταξη. Στη Σοβιετική Ένωση, η επίσημη προπαγάνδα της δεκαετίας του 1980 παρουσίαζε τον «διεθνή Σιωνισμό» ως όργανο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, με επιδίωξη την παγκόσμια ηγεμονία (Friedgut, 2010). Στην κομμουνιστική Πολωνία, το 1968, ο ίδιος υποτιθέμενος μηχανισμός κατηγορήθηκε για υποκίνηση αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων και υπονόμευση του πολωνικού κράτους (Gansinger, 2016). Το ιδρυτικό καταστατικό της Χαμάς του 1988 3 απέδιδε στον «παγκόσμιο Σιωνισμό» ένα συνωμοτικό σχέδιο χειραγωγήσεως των αραβικών κρατών (Hamas, 1988, άρθρο 32). Στην Ελλάδα, αντίστοιχες αντιλήψεις έχουν εκφρασθεί από ορισμένους ακραίους θρησκευτικούς και εθνικιστικούς κύκλους, με χαρακτηριστική τη δημόσια απόδοση στον «διεθνή Σιωνισμό» σχεδίων παγκόσμιας κυβερνήσεως, θρησκευτικής χειραγωγήσεως και υπονομεύσεως της Ορθοδοξίας (Σεραφείμ, 2010). Έτσι, μέσα σε εντελώς διαφορετικά ιδεολογικά περιβάλλοντα, ο ίδιος χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται για να προσωποποιήσει μία υποτιθέμενη υπερεθνική συνωμοσία, στην οποία αποδίδονται ποικίλα και συχνά άσχετα μεταξύ τους δεινά. Η χρήση αυτή δεν συνιστά πολιτική ανάλυση του Σιωνισμού, αλλά υποκατάσταση της ιστορικής εννοίας από ένα συνωμοσιολογικό ερμηνευτικό σχήμα.
Η διαμάχη για τα όρια των εννοιών αποτυπώνεται και σε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις της σύγχρονης βιβλιογραφίας και θεσμικής πρακτικής.
Ο λειτουργικός ορισμός της International Holocaust Remembrance Alliance του 2016 περιλαμβάνει παραδείγματα στα οποία η εχθρότης απέναντι στο Ισραήλ μπορεί να εκφράζει αντισημιτισμό, διευκρινίζοντας πάντως ότι η συνήθης κριτική προς το Ισραήλ δεν συνιστά από μόνη της αντισημιτισμό (IHRA, 2016).
Η Jerusalem Declaration on Antisemitism του 2021 διαχωρίζει περισσότερο ρητώς την αντίθεση στον Σιωνισμό ως μορφή εθνικισμού από την εχθρότητα προς τους Εβραίους, τονίζοντας συγχρόνως ότι η χρησιμοποίηση αντιεβραϊκών στερεοτύπων ή η απόδοση συλλογικής ευθύνης στους Εβραίους αποτελεί αντισημιτική συμπεριφορά (Jerusalem Declaration on Antisemitism, 2021).
Η αντιπαράθεση δεν είναι αποκλειστικά επιστημονική. Έχει αποκτήσει και διεθνή πολιτική διάσταση. Το 1975, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε την απόφαση 3379, η οποία χαρακτήριζε τον Σιωνισμό μορφή ρατσισμού και φυλετικής διακρίσεως. Η διατύπωση ανακλήθηκε επισήμως το 1991, με την απόφαση 46/86 (United Nations General Assembly, 1975, 1991).
Το επεισόδιο αποκαλύπτει ότι ο προσδιορισμός του Σιωνισμού δεν αποτελεί πάντοτε απλή επιστημονική διαδικασία. Μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο διεθνούς πολιτικού ανταγωνισμού, όπου ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται άλλοτε για τη θεμελίωση και άλλοτε για την αμφισβήτηση της νομιμότητας συγκεκριμένων πολιτικών επιδιώξεων.
Η εννοιολογική ακρίβεια απαιτεί, επομένως, να εξετάζουμε κάθε φορά όχι μόνο τον χαρακτηρισμό αλλά και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των θέσεων που εκφράζονται.
Ο Σιωνισμός υπήρξε αρχικώς εθνικό κίνημα με σχετικά σαφή πολιτικό σκοπό: τη συγκρότηση διεθνώς κατοχυρωμένης εβραϊκής εθνικής εστίας και, τελικώς, την ίδρυση ανεξαρτήτου κράτους στην ιστορική κοιτίδα.
Η επιτυχία του εγχειρήματος το 1948 δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ιδεολογίας. Ο Σιωνισμός μετεξελίχθηκε σε ευρύτερο πρόγραμμα εθνικής διατηρήσεως και ενισχύσεως του ήδη συγκροτημένου κράτους, διατηρώντας παραλλήλως την υπερεθνική του διάσταση μέσω των σχέσεων με την εβραϊκή Διασπορά και των μη εβραϊκών υποστηρικτικών κινημάτων.
Η μεταβολή αυτή συνοδεύθηκε από βαθμιαία διεύρυνση και ασάφεια του περιεχομένου του όρου.
Σήμερα, ο Σιωνισμός μπορεί να δηλώνει μία συγκεκριμένη ιστορική ιδεολογία, ένα πρόγραμμα για τη φυσιογνωμία και το μέλλον του Ισραήλ, μία πολιτική ταυτότητα ή έναν χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται από τρίτους, συχνά με αξιολογική ή απαξιωτική πρόθεση.
Το ουσιώδες πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές σιωνιστικές αντιλήψεις. Η πολυμορφία αποτελεί χαρακτηριστικό πολλών εθνικών κινημάτων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι διαφορετικές αυτές σημασίες συγχέονται και χρησιμοποιούνται σαν να ήταν ισοδύναμες.
Από την εξέταση προκύπτουν τρεις διακρίσεις που θεωρούμε θεμελιώδεις.
Πρώτον, η ιστορική συνέχεια του εβραϊκού έθνους, η σιωνιστική διεκδίκηση κρατικής υποστάσεως και η μεταγενέστερη ύπαρξη του ισραηλινού κράτους δεν είναι ταυτόσημα φαινόμενα.
Δεύτερον, η προσχώρηση στη σιωνιστική ιδεολογία, η αποδοχή της υπάρξεως του Ισραήλ και η υποστήριξη συγκεκριμένων ισραηλινών πολιτικών δεν αποτελούν ισοδύναμες τοποθετήσεις.
Τρίτον, η πραγματική ιδεολογική ταυτότητα ενός δρώντος δεν μπορεί να συναχθεί αποκλειστικά από τον αυτοπροσδιορισμό του, από τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουν τρίτοι ή ακόμη και από την υποστήριξη ενός επιμέρους πολιτικού σκοπού.
Εκείνο που προσδιορίζει την πολιτική σημασία μιας ιδεολογίας δεν είναι μόνο το όνομά της, αλλά το περιεχόμενο που της αποδίδουν οι φορείς της, οι επιδιώξεις που υπηρετεί και τα μέσα με τα οποία επιχειρεί να τις πραγματοποιήσει.
Αυτή η διαπίστωση μας οδηγεί από την εννοιολογική αποσαφήνιση στη γεωπολιτική.
Διότι το επόμενο και ουσιαστικότερο ερώτημα δεν είναι πλέον τι σημαίνει Σιωνισμός, αλλά πώς ένα εθνικό κίνημα χωρίς αρχικώς κρατική ισχύ κατόρθωσε να συνδέσει την επιδίωξή του με τους στρατηγικούς υπολογισμούς των μεγάλων δυνάμεων, και πώς η σχέση αυτή μεταβλήθηκε μετά τη δημιουργία του Ισραήλ.
Αυτό αποτελεί το αντικείμενο της επόμενης μελέτης, «Σιωνισμός: Η γεωπολιτική του διάσταση».
«Σιωνισμός: Η γεωπολιτική του διάσταση»
Photorientalist: Photographs from the 19th and 20th centuries relating to Palestine of that time
Abu-Manneh, B. (1978). The rise of the Sanjak of Jerusalem in the late nineteenth century. In G. Ben-Dor (Ed.), The Palestinians and the Middle East Conflict (pp. 21–32). Ramat Gan: Turtledove Press. Πηγή
Cohen, S. J. D. (1999). The Beginnings of Jewishness: Boundaries, Varieties, Uncertainties. Berkeley: University of California Press.
Conforti, Y. (2021). The cultural origins of Jewish nationalism: Early Zionism and the weight of the pre-modern tradition. Studies in Ethnicity and Nationalism, 21(3), 225–239.
Dowty, A. (2019). Arabs and Jews in Ottoman Palestine: Two Worlds Collide. Bloomington: Indiana University Press.
Friedgut, T. H. (2010). Anti-Zionist Committee of the Soviet Public. YIVO Encyclopedia of Jews in Eastern Europe. Πηγή
Gansinger, S. (2016). Communists Against Jews: The Anti-Zionist Campaign in Poland in 1968. Fathom, Autumn 2016. Πηγή
Gelvin, J. L. (2021). The Israel-Palestine Conflict: A History. 4th ed. Cambridge: Cambridge University Press. Ιδίως κεφ. 5, σ. 99–124.
Halperin, L. R. (2020). Forging beginnings: Commemorative cultures and the politics of the “First Aliyah”. Journal of Israeli History, 38(1), 53–76.
Hamas (1988). The Covenant of the Islamic Resistance Movement. 18 August 1988, Article 32. Yale Law School, Avalon Project. Πηγή
Hurewitz, J. C. (1979). The Middle East and North Africa in World Politics: A Documentary Record. Vol. 2: British-French Supremacy, 1914–1945. New Haven: Yale University Press, σ. 180–182.
International Holocaust Remembrance Alliance (IHRA). (2016). Working Definition of Antisemitism (adopted 26 May 2016). Πηγή
Jacobson, D. M. (1999). Palestine and Israel. Bulletin of the American Schools of Oriental Research, 313, 65–74.
Jerusalem Declaration on Antisemitism. (2021). Jerusalem Declaration on Antisemitism (25 March 2021). Πηγή
Jewish Federations of North America. (2026). Survey of Jewish Life since October 7: Zionism Findings (survey conducted 5–25 March 2025; results released February 2026). Πηγή
Jewish People Policy Institute. (2025). JPPI Israeli Society Index for December 2025: Greater Concern over Social Polarization than the Iranian Threat (20 December 2025). Jerusalem: JPPI. Πηγή
Jewish Telegraphic Agency. (1951). World Zionist Congress closes; votes \$207,200,000 budget; elects new executive (31 August 1951). Πηγή
Knesset. (1952). World Zionist Organisation–Jewish Agency (Status) Law, 5713–1952. Πηγή
Knesset. (2018). Basic Law: Israel – The Nation-State of the Jewish People (adopted 19 July 2018), Article 1. Πηγή
Krämer, G. (2008). A History of Palestine: From the Ottoman Conquest to the Founding of the State of Israel. Princeton: Princeton University Press. Πηγή
Lewis, D. M. (2010). The Origins of Christian Zionism: Lord Shaftesbury and Evangelical Support for a Jewish Homeland. Cambridge: Cambridge University Press. Πηγή
Lintl, P. (2020). The Haredim as a Challenge for the Jewish State: The Culture War over Israel’s Identity. SWP Research Paper 2020/RP 14. Berlin: Stiftung Wissenschaft und Politik. DOI
Mandel, N. J. (1974). Ottoman policy and restrictions on Jewish settlement in Palestine: 1881–1908—Part I. Middle Eastern Studies, 10(3), 312–332. DOI
McCarthy, J. (1990). The Population of Palestine: Population History and Statistics of the Late Ottoman Period and the Mandate. New York: Columbia University Press. DOI
McCullough, S. K. (2009). Zionism. In I. Ness (Ed.), The International Encyclopedia of Revolution and Protest: 1500 to the Present. Wiley-Blackwell. DOI
Nicosia, F. R. (2008). Zionism and Anti-Semitism in Nazi Germany. Cambridge: Cambridge University Press. Πηγή
Papastavrou, A.-T. (2026). On the Appropriation of Gaza. In Thucydidean Geopolitics for the educated layperson (pp. 320–324). Hedyepia. https://thucydidean-geopolitics.eu/el/availabilty
Penslar, D. J. (2023). Zionism: An Emotional State. New Brunswick, NJ: Rutgers University Press. Πηγή
Reimer, M. J. (2019). The First Zionist Congress: An Annotated Translation of the Proceedings. Albany: State University of New York Press. DOI
Shimoni, G. (1995). The Zionist Ideology. Hanover, NH: Brandeis University Press / University Press of New England. Πηγή
Shimoni, G. (1996). Reformulations of Zionist ideology since the establishment of the State of Israel. In Studies in Contemporary Jewry, Vol. XI, Values, Interests, and Identity: Jews and Politics in a Changing World (pp. 11–36). Oxford: Oxford University Press. DOI
Silberstein, L. J. (1999). The Postzionism Debates: Knowledge and Power in Israeli Culture. New York: Routledge. Πηγή
Smith, A. D. (2003). Chosen Peoples: Sacred Sources of National Identity. Oxford: Oxford University Press. DOI
United Nations General Assembly. (1975). Elimination of All Forms of Racial Discrimination. Resolution 3379 (XXX), 10 November 1975. Πηγή
United Nations General Assembly. (1991). Elimination of Racism and Racial Discrimination. Resolution 46/86, 16 December 1991. Πηγή
World Zionist Organization. (1897). The Basel Program. Adopted at the First Zionist Congress, Basel, August 1897. Πηγή
World Zionist Organization. (2024a). Constitution of the World Zionist Organization (as amended February 2024), Article 2. Πηγή
World Zionist Organization. (2024b). The Jerusalem Program (2004 programme, as amended February 2024). Πηγή
World Zionist Organization. (χ.χ.). About the Zionist Congress. Πρόσβαση 30 Οκτωβρίου 2026. Πηγή
Yerushalmi, Y. H. (1982). Zakhor: Jewish History and Jewish Memory. Seattle: University of Washington Press. Πηγή
Σεραφείμ, Μητροπολίτης Πειραιώς (2010). Διευκρινιστική δήλωση του Μητροπολίτου Πειραιώς. Αναδημοσίευση 29 Δεκεμβρίου 2010. Πηγή
Η ονομασία «Παλαιστίνη» απαντά ήδη στον Ηρόδοτο (5ος αιώνας π.Χ.), ως γεωγραφικός προσδιορισμός περιοχής της νοτίου Συρίας, μεταξύ Φοινίκης και Αιγύπτου. Μετά την καταστολή της εξεγέρσεως του Μπαρ Κοχμπά (132–135 μ.Χ.), οι Ρωμαίοι καθιέρωσαν την ονομασία Syria Palaestina για την επαρχία που προηγουμένως ονομαζόταν Ιουδαία. Η ονομασία διατηρήθηκε, με μεταβολές των διοικητικών ορίων, κατά τη βυζαντινή περίοδο. Μετά την αραβική κατάκτηση (634–640 μ.Χ.), χρησιμοποιήθηκε επίσης ως διοικητικός προσδιορισμός, με τη μορφή Jund Filastin (Jacobson, 1999· Krämer, 2008). Κατά την οθωμανική περίοδο (1517–1917), η ονομασία «Παλαιστίνη» ήταν σε χρήση ως γεωγραφικός προσδιορισμός, χωρίς να αντιστοιχεί σε ενιαία διοικητική περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αυτή την επίσημη ονομασία. Το 1897, η νότια περιοχή υπήγετο κυρίως στο ιδιαίτερο σαντζάκι της Ιερουσαλήμ (Kudüs-i Şerif), που διοικείτο απευθείας από την Κωνσταντινούπολη, ενώ τα σαντζάκια της Ναμπλούς και της Άκκρας υπήγοντο, από το 1888, στο βιλαέτι της Βηρυτού. Η ονομασία Filastin εξακολουθούσε, εν τούτοις, να χρησιμοποιείται ως γεωγραφικός προσδιορισμός, ακόμη και σε ορισμένους οθωμανικούς χάρτες και έγγραφα (Abu-Manneh, 1978· Mandel, 1974· Krämer, 2008). Η εβραϊκή μετανάστευση προς την περιοχή είχε αρχίσει πολύ πριν από τη συγκρότηση του οργανωμένου πολιτικού Σιωνισμού. Από το 1882 εκδηλώθηκε ένα εντονότερο και περισσότερο οργανωμένο μεταναστευτικό κύμα, που η μεταγενέστερη σιωνιστική ιστοριογραφία ονόμασε Πρώτη Αλιγιά (1882–1903/1904). Η εβραϊκή λέξη Aliyah (עֲלִיָּה) σημαίνει κυριολεκτικώς «άνοδος» και δηλώνει, με θρησκευτικό και ιστορικό συμβολισμό, τη μετανάστευση Εβραίων προς την ιστορική τους πατρίδα. Ο χαρακτηρισμός «Πρώτη» δεν σημαίνει ότι δεν είχαν προηγηθεί μεταναστεύσεις, αλλά ότι το συγκεκριμένο κύμα θεωρήθηκε εκ των υστέρων αφετηρία της νεότερης οργανωμένης εβραϊκής εθνικής εγκαταστάσεως. Η Πρώτη Αλιγιά περιελάμβανε κυρίως Εβραίους από τη Ρωσσική Αυτοκρατορία και τη Ρουμανία, καθώς και από την Υεμένη, με διαφορετικά θρησκευτικά, οικονομικά και εθνικά κίνητρα. Οι αντιεβραϊκές διώξεις, ιδίως τα πογκρόμ της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας μετά το 1881, συνέβαλαν στην ενίσχυση της μεταναστεύσεως, ενώ οργανώσεις όπως οι Hovevei Zion («Φίλοι της Σιών») και η BILU (αρκτικόλεξο από ένα στίχο του βιβλίου του Ησαΐα: «Beit Ya'akov Lekhu Ve-Nelkha» - בֵּית יַעֲקֹβ לְכוּ וְנֵלְכָה - που σημαίνει «Οίκος του Ιακώβ, ελάτε και ας πορευτούμε») προωθούσαν ήδη την εγκατάσταση στην ιστορική κοιτίδα ως μέσο εβραϊκής εθνικής αναγεννήσεως. Η εγκατάσταση, ωστόσο, δεν διέθετε εξησφαλισμένη πολιτική προστασία: οι οθωμανικές αρχές είχαν ήδη από το 1881 επιχειρήσει να περιορίσουν την εβραϊκή μετανάστευση και εγκατάσταση στην περιοχή, εφαρμόζοντας τους περιορισμούς με διαφορετική αυστηρότητα κατά τόπους (Mandel, 1974· Reimer, 2019· Halperin, 2020). Ως προς την πληθυσμιακή σύνθεση κατά τα τέλη του 19ου αιώνος, οι διαθέσιμες εκτιμήσεις εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις, εξ αιτίας των μεταβαλλομένων γεωγραφικών ορίων, της ελλιπούς καταγραφής των πληθυσμών και της διαφορετικής αντιμετωπίσεως των Οθωμανών υπηκόων και των αλλοδαπών κατοίκων. Για το 1896–1897, ο McCarthy υπολογίζει περίπου 475.000 μουσουλμάνους, 60.000 χριστιανούς και 21.000 Εβραίους Οθωμανούς υπηκόους. Ο τελευταίος αριθμός δεν περιλαμβάνει όλους τους Εβραίους κατοίκους. Ενδεικτικά, σύμφωνα με εκτίμηση που παρουσιάστηκε στο Δεύτερο Σιωνιστικό Συνέδριο του 1898, ο συνολικός εβραϊκός πληθυσμός, συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών, ανερχόταν σε περίπου 45.000 κατοίκους (McCarthy, 1990, σ. 10· Dowty, 2019). Η γεωγραφική ονομασία πρέπει, πάντως, να διακρίνεται από τον μεταγενέστερο εθνικό προσδιορισμό «Παλαιστίνιος». Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, η τοπική ταυτότης των αραβόφωνων κατοίκων συνυπήρχε με ευρύτερες συριακές και αραβικές ταυτίσεις. Ο χαρακτηρισμός Filasṭīnī («Παλαιστίνιος») απαντά ήδη στον αραβικό Τύπο της περιόδου 1908–1914, χωρίς η χρήση του να αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη πλήρως συγκροτημένης εθνικής συνειδήσεως (Beška & Foster, 2021). Ακόμη το 1919, το Πρώτο Παλαιστινιακό Αραβικό Συνέδριο θεωρούσε την Παλαιστίνη αναπόσπαστο τμήμα της αραβικής Συρίας και υποστήριζε την πολιτική τους ενότητα (Hurewitz, 1979). Η περίοδος 1917–1923 υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη ιδιαίτερης παλαιστινιακής αραβικής εθνικής αυτοσυνειδησίας. Το 1925, κατά τη Βρετανική Εντολή, θεσπίστηκε παλαιστινιακή ιθαγένεια, η οποία δεν περιοριζόταν στους Άραβες, αλλά περιελάμβανε και τους Εβραίους κατοίκους, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νομικές προϋποθέσεις (Banko, 2016). Η Αραβική Εξέγερση του 1936–1939, εναντίον της βρετανικής διοικήσεως και της επεκτάσεως της εβραϊκής μεταναστεύσεως και εγκαταστάσεως, ανέδειξε τη δυνατότητα μαζικής κινητοποιήσεως του παλαιστινιακού αραβικού εθνικισμού (Khalidi, 1997· Gelvin, 2021). Πρόκειται, επομένως, για ιστορική διαδικασία συγκροτήσεως νεότερης εθνικής ταυτότητος, η οποία δεν πρέπει να προβάλλεται αναδρομικώς στην αρχαία ή στην οθωμανική χρήση του γεωγραφικού ονόματος «Παλαιστίνη» (Lockman, 1993· Khalidi, 1997· Beška & Foster, 2021· Banko, 2016· Papastavrou, 2026). Η μεγάλη πλειονότης των κατοίκων ήταν, επομένως, αραβόφωνοι μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Ο εβραϊκός πληθυσμός περιελάμβανε παλαιότερες κοινότητες, εγκατεστημένες κυρίως στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέντ και την Τιβεριάδα, καθώς και μεταναστευτικές ομάδες του 19ου αιώνος, μεταξύ των οποίων και εκείνες της Πρώτης Αλιγιά. Υπήρχαν επίσης μικρότερες άλλες πληθυσμιακές ομάδες (Krämer, 2008· Dowty, 2019). Κατά συνέπειαν, η χρήση της ονομασίας «Παλαιστίνη» στο Πρόγραμμα της Βασιλείας του 1897 ήταν γεωγραφική, αναφερόμενη σε περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χωρίς να υποδηλώνει την ύπαρξη αυτοτελούς κράτους ή ενιαίας οθωμανικής διοικητικής περιφέρειας με την ονομασία αυτή. ↩
Ύστερος Σιωνισμός: αποκαλούμε έτσι εδώ τον Σιωνισμό όπως επαναπροσδιορίστηκε μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948. ↩
Η παραπομπή στη Χαμάς αφορά ρητώς το ιστορικό καταστατικό του 1988· δεν πρέπει να εκληφθεί ως περιγραφή του μεταγενέστερου κειμένου πολιτικών αρχών του 2017. ↩