EN | GR

Διατήρηση ενιαίου Σαουδαραβικού προτεκτοράτου ή Κατακερματισμός της Υεμένης υπό τα ΗΑΕ;

Το δοκίμιο αυτό απαντά στα εξής ερωτήματα: 1. Αποτελεί η σαουδο-εμιρατινή αντιπαλότητα στην Υεμένη συγκυριακή απόκλιση ή εκδήλωση βαθύτερης γεωπολιτικής ασυμβατότητας;

2. Πώς επηρεάζουν η ναυτική στρατηγική, η ισραηλινή διάσταση και ο παράγων Ιράν τη διαμόρφωση αυτής της αντιπαλότητας;

Περίληψη

Η παρούσα ανάλυση υποστηρίζει ότι η αντιπαλότητα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στην Υεμένη δεν αποτελεί απλή τακτική απόκλιση εντός μιας κατά τα άλλα συνεκτικής συμμαχίας, αλλά έκφραση δύο διαφορετικών και δομικά ασύμβατων γεωπολιτικών λογικών. Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει τη διατήρηση μιας ενιαίας και ελεγχόμενης από την ίδια Υεμένης, ικανής να λειτουργεί ως ζώνη ασφαλείας και στρατηγικού βάθους έναντι του Ιράν. Αντιθέτως, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) προωθούν ένα πρότυπο λειτουργικού κατακερματισμού, συμβατό με την Υεμενιτική φυλετική κουλτούρα, βασισμένο σε τοπικούς εταίρους, έλεγχο λιμένων και ένταξη σε ένα ευρύτερο ναυτικό δίκτυο ισχύος που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο έως το Κέρας της Αφρικής. Η Υεμένη αναδεικνύεται όχι ως αυτόνομος δρών, αλλά ως θέατρο, επί του οποίου προβάλλονται ανταγωνιστικές στρατηγικές. Η ανάλυση εντάσσει τη δυναμική αυτή στο πλαίσιο της ισραηλινο-εμιρατινής συνεργασίας, της περίπτωσης της Σομαλιλάνδης και της ευρύτερης αντιπαράθεσης με το Ιράν, καταλήγοντας ότι η σύγκρουση αυτή προοιωνίζεται μια μετάβαση από εδαφικά συνεκτικά μοντέλα προς δικτυωμένες μορφές ισχύος. Η ανάλυση εξετάζει επίσης πώς τα σενάρια μιας ευρυτέρας συγκρούσεως στην οποία εμπλέκεται το Ιράν και οι Χούθι ενδέχεται να επηρεάσουν αυτές τις αποκλίσεις.

Main Transshipment Routes and Interdiction Sites between Iran and Yemen

Κύριες διαδρομές μεταφορτώσεως και σημεία ελέγχου μεταξύ Ιράν και Υεμένης. Σημειώνεται η περιοχή επικρατήσεως των ανταρτών Χούθι, με κέντρο την πρωτεύουσα Σανα'α


Εισαγωγή

Η σύγκρουση στην Υεμένη παρουσιάστηκε αρχικώς ως μια κλασική περίπτωση περιφερειακής επέμβασης της Σαουδικής Αραβίας με σαφή στόχο: την ανάσχεση των Χούθι και, κατ’ επέκταση, της ιρανικής επιρροής στην Αραβική Χερσόνησο. Ωστόσο, όσο η σύγκρουση εξελισσόταν, κατέστη σαφές ότι οι δύο βασικοί πυλώνες τής αντι-Χούθι συμμαχίας—η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα—δεν συμμερίζονταν τον ίδιο τελικό σκοπό. Αντιθέτως, ανέπτυξαν δύο διακριτά και εν τέλει ανταγωνιστικά γεωπολιτικά σχέδια, τα οποία, ενώ αρχικώς συνυπήρχαν υπό την πίεση ενός κοινού αντιπάλου, σταδιακώς απέκτησαν αυτονομία και οδηγήθηκαν σε εμφανή σύγκρουση.

Στην καρδιά της αντιπαλότητος αυτής βρίσκεται μια θεμελιώδης αντίθεση: η σαουδαραβική επιδίωξη ενότητας και ελέγχου της περιοχής έναντι της προτιμήσεως των Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) για κατακερματισμό και δικτυωμένη επιρροή. Η Υεμένη, για εθνο-κοινωνικο-φυλετικούς λόγους, δεν λειτουργεί ως ενιαίος και αυτόνομος γεωπολιτικός δρών, αλλά ως θέατρο, επί του οποίου προβάλλονται και συγκρούονται δύο διαφορετικά πρότυπα περιφερειακής τάξεως.

Εννοιολογική βάση: Η Υεμένη ως θέατρο, όχι ως δρών

Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η Υεμένη λειτουργεί περισσότερο ως χώρος προβολής ισχύος παρά ως φορέας αυτόνομης στρατηγικής βουλήσεως. Η κατακερματισμένη εσωτερική της δομή, η απουσία ισχυρής κρατικής παραδόσεως και η ιστορική της ένταξη στον κόσμο του Ινδικού Ωκεανού και στην “ατμόσφαιρα” του Κέρατος της Αφρικής—και όχι στον ηπειρωτικό χώρο της Αραβίας—την καθιστούν ευάλωτη σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για δρώντα που διαμορφώνει το σύστημα, αλλά για κόμβο, μέσω του οποίου άλλοι δρώντες επιδιώκουν επιρροή.

Το Ιράν αξιοποιεί τους Χούθι ως εργαλείο ασύμμετρης πιέσεως, ενώ η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το εσωτερικό της χώρας σύμφωνα με τις δικές τους στρατηγικές ανάγκες. Η σημασία της Υεμένης δεν έγκειται στην ισχύ της, αλλά στη γεωγραφική της θέση και στη δυνατότητά της να επηρεάζει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.

I. Από τη συμμαχία στην απόκλιση

Η κοινή επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων το 2015 βασίστηκε σε έναν φαινομενικά ενιαίο στόχο, αλλά η κατανομή ρόλων αποκάλυπτε ήδη τη διαφορετική στρατηγική οπτική των δύο πλευρών. Το Ριάντ επικεντρώθηκε στην αεροπορική ισχύ, στο βόρειο υεμενικό μέτωπο και στην προστασία των νοτίων συνόρων του από τις επιθέσεις των Χούθι, ενώ το Άμπου Ντάμπι στράφηκε προς τον έλεγχο των παρακτίων περιοχών και των κρισίμων θαλασσίων κόμβων.

Η διαφορά αυτή δεν ήταν απλώς επιχειρησιακή. Για τη Σαουδική Αραβία, η Υεμένη αποτελούσε ζήτημα επιβιώσεως του γεωπολιτικού της περιβάλλοντος. Για τα ΗΑΕ, αποτελούσε ευκαιρία αναδιαρθρώσεως του θαλασσίου συστήματος ισχύος. Μετά το 2017, η απόκλιση αυτή αποκτά δομικό χαρακτήρα και παύει να μπορεί να συγκαλυφθεί από την ύπαρξη κοινού αντιπάλου.

II. Η ανάδυση του Νότου και η de facto διάσπαση

Η δημιουργία του Southern Transitional Council (STC) σηματοδότησε τη μετάβαση από την ενότητα στη διάσπαση. Με την υποστήριξη των ΗΑΕ, το STC εξελίχθηκε σε κεντρικό φορέα εξουσίας στον υεμενιτικό νότο, υποκαθιστώντας στην πράξη την κεντρική κυβέρνηση.

Η Υεμένη άρχισε έτσι να μετατρέπεται σε ένα de facto διηρημένο σύστημα, στο οποίο ο νότος λειτουργεί ως ξεχωριστή γεωπολιτική ενότητα. Η συμμαχία παρέμεινε τυπική· η πραγματικότητα, όμως, ήταν ανταγωνιστική.

III. Η ναυτιλιακή στρατηγική των ΗΑΕ και η σύνδεση με την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ

Η πολιτική των ΗΑΕ εντάσσεται σε μια ευρύτερη ναυτιλιακή κή στρατηγική, η οποία αποσκοπεί στον έλεγχο των θαλασσίων αξόνων από τον Περσικό Κόλπο έως την Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής (βλ. υποσημείωση). Τα λιμάνια, τα νησιά και τα στενά περάσματα αποτελούν κρίκους μιας ενιαίας αλυσσίδας ισχύος και ασφαλείας.

Η περίπτωση της Σομαλιλάνδης, απέναντι από την Υεμένη, προσφέρει ένα ενδεικτικό παράδειγμα της στρατηγικής λογικής που αναπτύσσουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε σύγκλιση με ισραηλινά συμφέροντα. Η ενίσχυση και σταδιακή διεθνοπολιτική αναβάθμιση μιας de facto οντότητας, η οποία εξαρτάται από εξωτερική στήριξη για την ασφάλεια, τις επενδύσεις και τη διεθνή της διασύνδεση, δημιουργεί ένα σχήμα επιρροής άμεσο και λειτουργικό: η πολιτική εξουσία δεν επιβάλλεται μέσω εδαφικής κυριαρχίας, αλλά μέσω ελέγχου υποδομών, λιμένων και ροών. Στο ίδιο επιχειρησιακό πρότυπο εντάσσεται και η στήριξη του Southern Transitional Council στη νότια Υεμένη, όπου η επιδίωξη δεν είναι η ανασυγκρότηση ενός ενιαίου κράτους, αλλά η εγκαθίδρυση ενός τοπικού φορέα εξουσίας, εξαρτώμενου από εξωτερικά δίκτυα και ενσωματωμένου σε μια ευρύτερη ναυτική αρχιτεκτονική.

IV. Το σημείο καμπής: η ανατολική Υεμένη

Η επέκταση του STC προς τη Hadhramaut και την al-Mahra αποτέλεσε το σημείο καμπής. Οι περιοχές αυτές είναι κρίσιμοι ενεργειακοί και στρατηγικοί διάδρομοι. Για τη Σαουδική Αραβία, η προοπτική ενός νοτίου μορφώματος συνδεδεμένου με τα ΗΑΕ που θα εκτεινόταν έως τα σύνορά της δεν ήταν απλώς δυσάρεστη, αλλά στρατηγικά απαράδεκτη. Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να ελέγξει τον μοναδικό δυνητικό χερσαίο διάδρομο προς την Αραβική Θάλασσα, περιορίζοντας τη δυνατότητα του Ριάντ να αναπτύξει ενεργειακές εξαγωγές που παρακάμπτουν το Στενό του Ορμούζ, ενώ ταυτόχρονα θα εγκαθιστούσε έναν εξαρτημένο αλλά μη ελεγχόμενο δρώντα στα νότια σύνορά του, και μάλιστα με ισραηλινή επιρροή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σαουδαραβική στρατηγική αυτονομία θα υποκαθίστατο από μια μορφή έμμεσης εξαρτήσεως από τις επιλογές ενός εταίρου, γεγονός που αντιβαίνει στη θεμελιώδη λογική ασφαλείας του βασιλείου.

V. Δύο ασύμβατες γεωπολιτικές λογικές

Η σύγκρουση αυτή αντανακλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη γεωπολιτική τάξη. Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει συνεκτικά περιβάλλοντα ασφαλείας. Τα ΗΑΕ επιδιώκουν δίκτυα ελέγχου μέσω κατακερματισμένων οντοτήτων. Η διαφορά αυτή συνδέεται άμεσα με τη σχέση τους με το Ισραήλ. Το εμιρατινό μοντέλο συγκλίνει με μια λογική περιφερειακού κατακερματισμού. Το σαουδαραβικό μοντέλο επιδιώκει την αποτροπή του.

VI. Ο παράγων Ιράν και η δομική όξυνση της αντιπαλότητας

Η ιρανική παρουσία στην Υεμένη λειτουργεί ταυτόχρονα ως παράγων σύγκλισης και ως μηχανισμός αποκαλύψεως των βαθύτερων διαφορών μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ. Μέσω της υποστηρίξεως προς τους Χούθι, η Τεχεράνη δεν επιδιώκει την πλήρη κυριαρχία επί της Υεμένης, αλλά τη διατήρηση ενός μόνιμου μοχλού πιέσεως επί της Σαουδικής Αραβίας, και ενός εργαλείου διαταράξεως της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Η στρατηγική αυτή είναι χαμηλού κόστους και υψηλής αποδόσεως: επιτρέπει την άσκηση ασύμμετρης πιέσεως μέσω αντιπροσώπων, υπό το καθεστώς «εύλογης άρνησεως ευθύνης».

Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, η Σαουδική Αραβία αντιλαμβάνεται την Υεμένη ως άμεση προέκταση της εθνικής της ασφαλείας. Η παρουσία των Χούθι στα νότια σύνορά της, σε συνδυασμό με τη χρήση πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροχημάτων από αυτούς, μετατρέπει την απειλή σε επιχειρησιακά απτή πραγματικότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σαουδαραβική στρατηγική τείνει προς τη συγκέντρωση ελέγχου και τη διατήρηση της Υεμένης ως ενιαίου πολιτικού χώρου, ικανού να περιορίσει τη διείσδυση της ιρανικής επιρροής.

Τα ΗΑΕ, αντιθέτως, δεν προσλαμβάνουν την ιρανική παρουσία στην Υεμένη ως υπαρξιακή απειλή, αλλά ως ένα ακόμη παράγοντα που ενοχλεί τη ναυσιπλοΐα και τον έλεγχο των λιμένων. Η έμφαση μετατοπίζεται από τον έλεγχο της ενδοχώρας στον έλεγχο των λιμένων, των νησιών και των θαλασσίων διαύλων. Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη πολλαπλών τοπικών δρώντων δεν συνιστά αδυναμία, αλλά προσαρμοστικό πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει ευελιξία και έμμεση άσκηση επιρροής.

Σε θουκυδίδειους όρους, η ιρανική στρατηγική επενεργεί διαφορετικά επί των δύο κρατών: για τη Σαουδική Αραβία εντείνει τον Φόβο υπό τη μορφή αμέσου απειλής επί της επικράτειας, ενώ για τα ΗΑΕ αναδιατάσσει κυρίως το Συμφέρον, υπό τη μορφή ελέγχου ροών αγαθών και ναυτικών αξόνων. Η Τιμή, ως παράγων, παραμένει παρούσα αλλά δευτερεύουσα, εκδηλούμενη κυρίως ως ανάγκη διατηρήσεως περιφερειακού κύρους και αξιοπιστίας.

Η διαφοροποίηση αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη υπό συνθήκες αμέσου συγκρούσεως μεταξύ Ιράν και ενός αμερικανο-ισραηλινού συνασπισμού. Σε αυτή την περίπτωση, η Υεμένη θα μπορούσε να μεταπέσει από πεδίο εμμέσου αντιπαραθέσεως σε ενεργό θέατρο επιχειρήσεων. Οι Χούθι λειτουργούν τότε όχι απλώς ως αντιπρόσωποι, αλλά ως επιχειρησιακός βραχίονας της ιρανικής στρατηγικής, πλήττοντας τόσο το σαουδαραβικό έδαφος όσο και τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα. Κάτι τέτοιο ίσως καταστεί αναγκαίο για το Ιράν, σε περίπτωση που φανεί να χάνει τον έλεγχο του Ορμούζ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η υφισταμένη πολυδιάσπαση της Υεμένης παύει να αποτελεί εργαλείο και μετατρέπεται σε παράγοντα ασταθείας. Η ανάγκη άμεσου ελέγχου του εδάφους και των θαλασσίων διαύλων δύναται να επιβάλει μια πρόσκαιρη σύγκλιση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ, καθώς ο Φόβος υπερισχύει των αποκλίσεων στο Συμφέρον.

Η σύγκλιση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να έχει δομικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η εμπειρία του πολέμου πιθανώς θα τείνει να ενισχύει τις αποκλίνουσες στρατηγικές τους. Η Σαουδική Αραβία θα οδηγηθεί ενδεχομένως στο συμπέρασμα ότι η εδαφική συνοχή της Υεμένης αποτελεί προϋπόθεση ασφαλείας, ενώ τα ΗΑΕ ενδεχομένως θα επιβεβαιώσουν την αξία της δικτυωμένης, κατακερματισμένης επιρροής ως μέσου ανθεκτικότητος. Ο παράγων Ιράν, συνεπώς, δεν λειτουργεί ως στοιχείο ενοποιήσεως, αλλά ως καταλύτης διαφοροποιήσεως: υπό κανονικές συνθήκες αποκαλύπτει τις διαφορές, ενώ υπό συνθήκες πολέμου τις αναστέλλει προσωρινά, για να τις επανενισχύσει αργότερα.

VII. Περιφερειακές συνέπειες: από το τοπικό θέατρο στη διαμόρφωση περιφερειακής αρχιτεκτονικής

Η σαουδο-εμιρατινή αντιπαλότητα στην Υεμένη δεν περιορίζεται στο εσωτερικό της χώρας, αλλά παράγει άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες σε τρία αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα: το ναυτικό σύστημα της Ερυθράς Θαλάσσης, τη γεωπολιτική του Κέρατος της Αφρικής και τη διαμόρφωση ευρυτέρων αξόνων ισχύος στη ζώνη Ινδικού–Αραβικής Θαλάσσης–Ερυθράς–Μεσογείου (Rimland zone).

Πρώτον, στο ναυτικό επίπεδο, η αντιπαράθεση αφορά τον έλεγχο των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας. Τα Στενά του Bab el-Mandeb αποτελούν έναν από τους κρίσιμους κόμβους της παγκοσμίου ναυσιπλοΐας, συνδέοντας τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα και, μέσω του Σουέζ, με τη Μεσόγειο. Η στρατηγική των ΗΑΕ, η οποία βασίζεται σε ένα δίκτυο λιμένων, νησιωτικών βάσεων και τοπικών εταίρων, αποσκοπεί στη δημιουργία μιας αλυσσίδας ελέγχου που επιτρέπει την επιτήρηση και, εφόσον απαιτηθεί, τη ρύθμιση αυτών των ροών. Η Σαουδική Αραβία, αν και εξαρτάται εξ ίσου από τη σταθερότητα των θαλασσίων διαύλων, επιδιώκει έναν πιο άμεσο και κρατικοκεντρικό έλεγχο, συνδεδεμένο με την ύπαρξη φιλικών και ενιαίων κρατικών δομών στην Υεμένη.

Δεύτερον, στο επίπεδο του Κέρατος της Αφρικής, η παρουσία των ΗΑΕ σε λιμένες όπως η Berbera της Σομαλιλάνδης και το Assab της Ερυθραίας, σε συνδυασμό με τις θέσεις στη νήσο Socotra (Suqutra) και στο Bab al-Mandab, συγκροτεί ένα συνεκτικό γεωστρατηγικό τόξο. Το τόξο αυτό δεν λειτουργεί ως παραδοσιακή ζώνη επιρροής, αλλά ως δίκτυο κόμβων, ικανών να υποστηρίξουν στρατιωτικές, εμπορικές και πληροφοριακές δραστηριότητες. Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης, και ιδίως η προοπτική περαιτέρω αναπτύξεως των σχέσεών της με το Ισραήλ, ενισχύει αυτό το πρότυπο: μικρότερες, λειτουργικά σταθερές και εξωτερικά εξαρτημένες οντότητες εντάσσονται ευκολότερα σε τέτοιου τύπου δίκτυα από ό,τι μεγάλα, πολιτικά σύνθετα κράτη. Η προσέγγιση αυτή αντιβαίνει στη σαουδαραβική προτίμηση για εδαφικά συνεκτικές πολιτικές μονάδες, ικανές να λειτουργούν ως ζώνες απορροφήσεως απειλών.

Τρίτον, σε συστημικό επίπεδο, η αντιπαλότης συμβάλλει στη διαμόρφωση δύο εν μέρει επικαλυπτομένων αλλά διακριτών προτύπων περιφερειακής τάξεως. Από τη μία πλευρά, αναδύεται ένα ναυτικό, δικτυωμένο σύστημα, στο οποίο τα ΗΑΕ, σε συνεργασία με το Ισραήλ και δυτικούς δρώντες, επιδιώκουν τον έλεγχο ροών, την επιτήρηση θαλασσίων αξόνων και την αξιοποίηση ευέλικτων τοπικών εταίρων. Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να διατηρήσει ένα περισσότερο κρατοκεντρικό σύστημα, βασισμένο σε μεγαλύτερες και σχετικά συνεκτικές πολιτικές οντότητες, οι οποίες προσφέρουν στρατηγικό βάθος και περιορίζουν τον κίνδυνο αμέσου διεισδύσεως απειλών.

Η Υεμένη καθίσταται, έτσι, κρίσιμος κόμβος όχι λόγω της εσωτερικής της ισχύος, αλλά λόγω της γεωγραφικής της θέσεως και της θεσμικής της αδυναμίας. Η έλλειψη ενιαίας κρατικής δομής επιτρέπει την ταυτόχρονη παρουσία και σύγκρουση πολλαπλών εξωτερικών στρατηγικών. Στο πλαίσιο αυτό, η χώρα λειτουργεί ως επιταχυντής περιφερειακών μετασχηματισμών: η εσωτερική της διάσπαση δεν αποτελεί απλώς συνέπεια εξωτερικών παρεμβάσεων, αλλά και μηχανισμό μέσω του οποίου αυτές οι παρεμβάσεις αλληλεπιδρούν και παράγουν νέα γεωπολιτικά σχήματα.

Σε θουκυδίδειους όρους, η Υεμένη δεν είναι ο κύριος φορεύς των δυνάμεων του Φόβου, της Τιμής και του Συμφέροντος, αλλά το πεδίο επί του οποίου αυτές εκδηλώνονται από τρίτους δρώντες. Η σημασία της έγκειται ακριβώς σε αυτή τη λειτουργία: ως χώρος όπου διαφορετικές στρατηγικές λογικές συγκρούονται, δοκιμάζονται και ενίοτε αναδιαμορφώνονται.

Η αντιπαλότης αυτή καθίσταται ιδιαιτέρως ευδιάκριτη σε σενάρια ευρυτέρας κλιμακώσεως που εμπλέκουν άμεσα το Ιράν, ιδίως στο πλαίσιο μιας ενδεχομένης συγκρούσεως με τον συνασπισμό ΗΠΑ-Ισραήλ. Σε τέτοιες συνθήκες, η επανενεργοποίηση του μετώπου των Χούθι στην πέριξ του Bab el-Mandeb περιχή, σε συνδυασμό με επιμένουσα πίεση στο Στενό του Ορμούζ, καθίσταται δομικώς δυνατή επιλογή. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα απαιτούσε καν τυπικό αποκλεισμό των θαλασσίων οδών· η διαρκής παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας θα αρκούσε για να καταστήσει τη διέλευση εξαιρετικώς επισφαλή και να επιβάλει ανακατεύθυνση της παγκόσμιας ναυτιλίας γύρω από την Αφρική.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Υεμένη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική βαρύτητα, ενώ ταυτοχρόνως τροποποιείται η έκφραση της αντιπαλότητος μεταξύ των δύο δρώντων. Η Σαουδική Αραβία θα υποχρεωθεί να αντιδράσει με ανανεωμένη ένταση μέσω αεροπορικών επιχειρήσεων και συστημάτων αναχαιτίσεως, επιδιώκοντας τον περιορισμό της απειλής κατά μήκος της νοτίου μεθορίου της. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αντιθέτως, θα αντιμετωπίσουν άμεση έκθεση στο σύνολο του ναυτικού δικτύου επί του οποίου εδράζεται η στρατηγική τους. Σε περιβάλλον τέτοιας εντάσεως, η ενδο-συμμαχική απόκλιση τείνει να υποχωρεί έναντι της συστημικής απειλής, οδηγώντας σε σύσφιξη της ευθυγραμμίσεως εντός ευρύτερου πλαισίου ασφαλείας με επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες και, δυνητικώς, σε έμμεσο συντονισμό με το Ισραήλ στον τομέα της ασφαλείας.

Ακριβώς ο κίνδυνος αυτής της εξαναγκασμένης συγκλίσεως συμβάλλει στην εξήγηση της μέχρι τούδε αυτοσυγκρατήσεως του Ιράν. Η ενεργοποίηση μιας στρατηγικής διπλού σημείου πιέσεως δεν θα διεύρυνε απλώς το πεδίο συγκρούσεως καταπονώντας κυρίως τις Αμερικανικές δυνάμεις, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαύξηση της αμερικανο-ισραηλινής συμμαχίας με σαουδο-εμιρατινό παράγοντα, που θα αναγκαζόταν να περάσει από την καρτερία στη δράση, μειώνοντας έτσι τα περιθώρια ευέλικτης και ασύμμετρης δράσεως που έως σήμερα χαρακτηρίζουν την ιρανική προσέγγιση.

Συμπέρασμα

Η σαουδο-εμιρατινή αντιπαλότης στην Υεμένη δεν αποτελεί παρέκκλιση, αλλά ένδειξη μετασχηματισμού της περιφερειακής τάξεως. Από τη μία πλευρά προτάσσεται το πρότυπο της Σαουδικής Αραβίας, βασισμένο στην εδαφική συνοχή και στη σταθερότητα. Από την άλλη, το Εμιρατινό πρότυπο δικτυωμένης ισχύος και ελεγχομένου κατακερματισμού. Το δεύτερο τυχαίνει να εναρμονίζεται καλλίτερα και με τις τάσεις της υεμενιτικής κοινωνίας, η οποία χαρακτηρίζεται από χαλαρούς δεσμούς μεταξύ ομάδων, έντονη φυλετικότητα, εσωτερικές αντιπαλότητες, και κατά τούτο ομοιάζει περισσότερο με τις κοινωνίες του Κέρατος παρά της Αραβικής Χερσοννήσου.

Η Υεμένη, ως θέατρο και όχι ως δρών, καθίσταται το πεδίο όπου οι δύο αυτές λογικές συγκρούονται. Η έκβαση της συγκρούσεως δεν θα καθορίσει μόνο το μέλλον της ίδιας, αλλά και τη μορφή της ευρύτερης γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής της Ερυθράς Θαλάσσης και των γειτονικών γεωπολιτικών ενοτήτων.


Υποσημείωση

Περί της ναυτιλιακής–εμπορικής στρατηγικής των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της συγκλίσεώς της με ισραηλινά συμφέροντα:

Η ναυτική ισχύς των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δεν εδράζεται πρωτίστως στο μέγεθος του εθνικού τους εμπορικού στόλου, ο οποίος παραμένει περιορισμένος σε σύγκριση με κλασικές ναυτικές δυνάμεις όπως η Ελλάδα, η Κίνα ή η Ιαπωνία. Αντιθέτως, εκφράζεται μέσω του ελέγχου υποδομών, εφοδιαστικών αλυσίδων και στρατηγικών θαλασσίων κόμβων. Το λιμάνι του Jebel Ali αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παγκοσμίως κόμβους διακινήσεως εμπορευματοκιβωτίων, ενώ η εταιρεία DP World διαχειρίζεται ένα εκτεταμένο διεθνές δίκτυο λιμενικών σταθμών στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Ινδικό Ωκεανό και πέραν αυτών. Παραλλήλως, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αναπτύξει ένα σύστημα στρατηγικών θέσεων—εμπορικών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στρατιωτικών—σε περιοχές όπως το στενό Bab al-Mandab, η Σοκότρα, η Berbera και το Assab, συγκροτώντας μία αλυσίδα επιρροής κατά μήκος κρίσιμων θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας. Η δραστηριότητά τους συμπληρώνεται από παρουσία στη διαχείριση πλοίων, στον ανεφοδιασμό καυσίμων (bunkering), στη διαμετακόμιση και σε ευρύτερες ναυτιλιακές υπηρεσίες. Υπό το πρίσμα αυτό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα καθίστανται κατανοητά όχι ως κλασική ναυτική δύναμη βασισμένη σε στόλο, αλλά ως δικτυωμένος θαλασσοκρατικός δρών, ο οποίος ασκεί επιρροή μέσω του ελέγχου ροών, σημείων προσβάσεως και υλικοτεχνικής υποδομής.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει σαφή δομική σύγκλιση με τη στρατηγική λογική του Ισραήλ, ιδίως μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Για το Ισραήλ, η ασφαλής πρόσβαση προς την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό συνιστά στρατηγική αναγκαιότητα, καθιστώντας την επιτήρηση και σταθερότητα των θαλασσίων σημείων διελεύσεως—και ιδίως του Bab al-Mandab—υψίστης σημασίας. Η διαμόρφωση ενός συστήματος συνεργαζομένων ή ευθυγραμμισμένων κόμβων κατά μήκος αυτών των διαύλων εξυπηρετεί άμεσα τον σκοπό αυτόν. Σε ευρύτερο επίπεδο, το σχήμα αυτό αντανακλά μια κοινή προτίμηση για μια περιφερειακή τάξη οργανωμένη όχι γύρω από μεγάλα και δυνητικώς εχθρικά εδαφικά κράτη, αλλά γύρω από μικρότερες, περισσότερο προβλέψιμες και λειτουργικά ενταγμένες πολιτικές οντότητες. Οι περιπτώσεις της νοτίου Υεμένης και της Somaliland μπορούν να ιδωθούν υπό αυτό το πρίσμα: ως δυνητικοί κόμβοι ενός ευρύτερου συστήματος ναυτικής ασφάλειας, στο οποίο η επιρροή ασκείται εμμέσως, μέσω προσβάσεως, συνεργασιών και ελέγχου υποδομών, και όχι μέσω άμεσης κυριαρχίας.

Provincial division of Yemen

Η περιφερειακή διαίρεση της Υεμένης αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τον φυλετικό κατακερματισμό της. Το Χαντραμούτ και η Αλ-Μάχρα είναι αραιοκατοικημένες περιοχές. Το στρατηγικής σημασίας νησί Σοκότρα, αν και "κείται μακράν", ανήκει στην Υεμένη


Βιβλιογραφικές αναφορές

Al-Dawsari, N. (2026). From coalition to confrontation: Saudi-UAE rivalry in Yemen and its regional implications. Middle East Institute (MEI).
Full text

Al-Haj, A., Khaled, F. (2026). Saudi-backed forces regain control of Yemen’s Hadramout from UAE-backed separatists. The Times of Israel.
Full text

Editorial. (2026). Escalation in Eastern Yemen and the Test of the Saudi-Emirati Partnership: Regional Implications Beyond the Yemeni Arena. Al-Jazeera Centre for Studies.
Full text

Editorial. (2026). Yemen separatists accuse Saudi Arabia of striking STC forces in Hadramout. Al Jazeera.
Full text

Hearst, D. (2026). By standing up to Abu Dhabi, Riyadh could reshape the Middle East. Middle East Eye.
Full text

Hearst, D. (2026). Saudi Arabia’s Middle East alliances are shifting. Brave New Europe.
Full text

Khoury, N. A. (2026). The Saudi–Emirati Drama in Yemen. Arab Center Washington DC.
Full text

Lons, C. (2026). Power struggle: What the Saudi-UAE rivalry means for the Red Sea—and Europe. ECFR.
Full text

Ozcelik, B., Shiban, B., Zoubi, A. (2025). Southern Yemen’s Power Shift: the Houthis and the UAE-Saudi Rivalry. RUSI.
Full text

Papastavrou, A-T. (2026). Thucydidean geopolitics for the educated layperson. Ἡδυέπεια (Editors). Σύνδεσμος

Previous Post Next Post