Το δοκίμιο αυτό απαντά στα εξής ερωτήματα: Γιατί οι Κούρδοι της Συρίας εγκαταλείφθηκαν αφού υπήρξαν καίριοι εταίροι κατά τη διάρκεια του πολέμου; Πώς ο Φόβος, η Τιμή και το Συμφέρον επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της μετα-αυτονομικής διευθέτησης;
Στο δοκίμιο αυτό εξετάζεται η αιφνίδια αλλαγή του status των Κούρδων της Συρίας από αυτό του καίριου εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του πολέμου σε προβληματική εθνότητα προς ενσωμάτωση στο ανασυγκροτούμενο συριακό κράτος. Η εξέλιξη αυτή δεν προσεγγίζεται ως μεμονωμένη «προδοσία», αλλά ως αποτέλεσμα σύγκλισης στρατηγικών υπολογισμών εκ μέρους της Δαμασκού, της Άγκυρας, της Ουάσινγκτον και της Ιερουσαλήμ, με δευτερεύοντες αλλά όχι αμελητέους ρόλους για άλλους δρώντες, όπως το Ιράν και η Ελλάδα, και με δεδομένο ότι στη γεωπολιτική δεν υπάρχουν διαρκείς φιλίες, αλλά μόνο συμφέροντα. Το κουρδικό ζήτημα αναλύεται όχι ως αυτόνομο πολιτικό σχέδιο, αλλά ως παράγωγο των ευρύτερων περιφερειακών ισορροπιών ισχύος.
Υπό θουκυδίδειο πρίσμα, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο ο Φόβος, η Τιμή και το Συμφέρον διαμορφώνουν τη συμπεριφορά κάθε εμπλεκόμενου παράγοντα. Η συριακή ανασυγκρότηση σε ενιαίο, κυρίαρχο κρατικό μόρφωμα συντελείται με όρους εδαφικής ακεραιότητος· η τουρκική στάση παραμένει καθηλωμένη στην εμμονή για, ει δυνατόν, εξάλειψη κάθε κουρδικού στοιχείου· η αμερικανική πολιτική διαμορφώνεται με όρους περιορισμού κόστους και διαχείρισης συμμαχιών, με κόστος για την μακροπρόθεσμη αξιοπιστία της· η ισραηλινή αυτοσυγκράτηση εξηγείται ως προσπάθεια μεγιστοποίησης ελευθερίας δράσης έναντι του Ιράν και αποφυγής υπερεπέκτασης, με τίμημα την αδυναμία κάλυψης ενός δυνητικού εταίρου. Η ελληνική οπτική παρουσιάζεται ως μερικώς ευθυγραμμισμένη με την κουρδική υπόθεση, αλλά δομικά περιθωριοποιημένη στο παρόν πλαίσιο συσχετισμών. Στο υπόβαθρο των εξελίξεων αυτών βρίσκεται η αστάθεια στο Ιράν και η προοπτική πολεμικής εμπλοκής του Ισραήλ στο πλευρό των ΗΠΑ.
Το προκύπτον σχήμα περιγράφεται ως εγκατάλειψη συμμάχου υπό διαχείριση και όχι ως σταθερή διευθέτηση. Παρότι το Τουρκο-Αμερικανικό σχέδιο ενδέχεται να αποτρέψει άμεση κατάρρευση της κυβερνητικής προσπάθειας κρατικής ανασυγκρότησης στη Συρία, αυτό στηρίζεται σε εύθραυστες παραδοχές: κυβερνητική συνέπεια, κουρδική αποδοχή, τουρκική αυτοσυγκράτηση και διαρκή εξωτερική εποπτεία. Υποστηρίζεται ότι η βίαιη συμπίεση της κουρδικής αυτονομίας δεν επιλύει το κουρδικό ζήτημα, αλλά μεταθέτει την αστάθεια στο μέλλον, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ευθυγραμμίσεων, σφαλμάτων υπολογισμού και στρατηγικών ανατροπών.
Οι Κούρδοι της Συρίας βρέθηκαν μέσα σε λίγα μόλις χρόνια να μετατοπίζονται από de facto εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών και ημιαυτόνομο κέντρο ισχύος, σε έναν συρρικνούμενο και ασφυκτικά πιεζόμενο δρώντα που απορροφάται σταδιακά από ένα εκ νέου συγκεντροποιούμενο συριακό κράτος. Κάθε περιφερειακός και εξωπεριφερειακός παίκτης τείνει πλέον να προσεγγίζει το Κουρδικό πρωτίστως ως παράγωγο των δικών του αναγκών ασφάλειας, και όχι ως αυτόνομο στρατηγικό εγχείρημα με εσωτερική λογική και δική του ιστορική δυναμική. Το υπό διαμόρφωση σχήμα υπό τον πρώην τζιχαντιστή προσωρινό Πρόεδρο al-Sharaa υπόσχεται αναγνώριση και δικαιώματα, αλλά παράλληλα αφαιρεί από τους Κούρδους το στρατηγικό βάθος που απέκτησαν μέσα από τον πόλεμο· πρόκειται για ένα καθεστώς ενσωμάτωσης με σαφή όρια και εμφανείς ασυμμετρίες ισχύος. Αν αυτή η αρχιτεκτονική αποδειχθεί «σταθερή» ή λειτουργήσει απλώς ως πρόλογος σε μία νέα ανατροπή θα εξαρτηθεί από το πώς Άγκυρα, Δαμασκός, Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ αντιλαμβάνονται τα μακροπρόθεσμα Συμφέροντά τους, και σε ποιο βαθμό οι κουρδικές Φιλοδοξίες και η Τιμή τους θα βρουν χώρο στοιχειώδους ικανοποίησης αντί για ωμή καταστολή.
Από τη σκοπιά της Δαμασκού, η επιθετική εκστρατεία του Ιανουαρίου 2026 και οι επακόλουθες συμφωνίες ενσωμάτωσης παρουσιάζονται ως αποκατάσταση του θεμελιώδους στόχου της εδαφικής επανένωσης υπό ενιαία αρχή, μετά την αποσύνθεση που ακολούθησε την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ. Η στρατηγική της ηγεσίας al-Sharaa στοχεύει στο να μετατρέψει τους Κούρδους από σχεδόν αυτόνομες ένοπλες δομές υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ , σε μια μειονοτική κοινότητα ενταγμένη στον κορμό του ανασυγκροτούμενου συριακού κράτους. Αυτό αποτυπώνεται με την ατομική ένταξη μαχητών των SDF στις τάξεις του συριακού στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, στη σταδιακή εκχώρηση του ελέγχου των συνόρων στον κεντρική εξουσία, μαζί με τις ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα φράγματα και τα κέντρα κράτησης μελών του ISIS, με αντάλλαγμα υπηκοότητα, γλωσσική αναγνώριση και πολιτιστικές εγγυήσεις περιορισμένης εμβέλειας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία η συριακή κυριαρχία επανεγκαθίσταται πάνω σε κρίσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές στη Ντέιρ εζ-Ζορ, στη Ράκκα και σε ζωτικής σημασίας υδάτινες υποδομές, ενώ δοκιμάζονται τα όρια της ανοχής της Ουάσιγκτον απέναντι στη χρήση εξαναγκασμού εναντίον του πρώην συμμάχου της.
Για τη Δαμασκό, ο υφιστάμενος συμβιβασμός μοιάζει ορθολογικός: εξαλείφει μια ανταγωνιστική ένοπλη δομή, τερματίζει την ύπαρξη ξένων, έξωθεν προστατευμένων θυλάκων στον βορειοανατολικό τομέα, και επιτρέπει στο καθεστώς να αυτοπαρουσιάζεται στις δυτικές πρωτεύουσες ως «υπεύθυνος» συνομιλητής στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, ως διαχειριστής κρατουμένων του ISIS, και ως εγγυητής της ασφάλειας των συνόρων. Το ρίσκο έγκειται στην υπέρβαση: κάθε υπέρμετρη βία, ιδίως έξω από τις σιωπηρά συμφωνημένες ζώνες, και κάθε παραβίαση εκεχειρίας συνοδεύεται από εκρήξεις δυσαρέσκειας στην Ουάσιγκτον και αναζωπύρωση της συζήτησης περί κυρώσεων, υπενθυμίζοντας ότι ο αχαλίνωτος εξαναγκασμός κατά των Κούρδων μπορεί ακόμη να ενεργοποιήσει δυτικό αντίκτυπο και να περιπλέξει την προσπάθεια παγίωσης του καθεστώτος.
Από την πλευρά της Άγκυρας, κάθε μορφή κουρδικής ένοπλης αυτονομίας κατά μήκος των νοτίων συνόρων εκλαμβάνεται ως υπαρξιακή απειλή που διαπερνά τα σύνορα και αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της τουρκικής εσωτερικής συνοχής. Η τουρκική πολιτική έχει σταθερά επιδιώξει τη διάλυση των SDF και του πλαισίου της Δημοκρατικής Αυτόνομης Διοίκησης Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (DAANES), τα οποία παρουσιάζονται ως παρακλάδια των δομών του PKK, ανεξαρτήτως των επιμέρους διαφοροποιήσεων επί του πεδίου. Η επίθεση του al-Sharaa, σε συνδυασμό με τα διακριτικά μηνύματα από την Ουάσιγκτον ότι μια συριακή καθεστωτική κίνηση θα ήταν ανεκτή εφόσον διασφαλιζόταν η προστασία αμάχων και η υπεύθυνη διαχείριση των εγκαταστάσεων που σχετίζονται με το ISIS, παρήγαγε για την Τουρκία ένα διπλό κέρδος: οι κουρδικές δυνάμεις συμπιέστηκαν χωρικά και αποδυναμώθηκαν θεσμικά, ενώ οι τουρκικές μονάδες απηλλάγησαν από το κύριο βάρος της ασφάλειας, το οποίο επωμίστηκαν οι δυνάμεις της Δαμασκού, οι οποίες αναλαμβάνουν πλέον την επίπονη καθημερινή διαχείριση των βορείων συνόρων. Παράλληλα, η ανασυγκρότηση της συριακής κρατικής δομής μεταμορφώνει ένα ως τότε «κουρδοκεντρικό» σύστημα ασφαλείας σε μια νέα τάξη πραγμάτων, όπου ένα ανασυγκροτημένο κεντρικό κράτος – πάνω στο οποίο η Άγκυρα διατηρεί μοχλούς πίεσης μέσω ιδεολογικών, πολιτικών, οικονομικών, και στρατιωτικών διασυνδέσεων – διαχειρίζεται τα μεθοριακά εδάφη. Η βαθύτερη τουρκική ανησυχία αφορά το ενδεχόμενο οποιασδήποτε θεσμοθετημένης αναγνώρισης κουρδικών πολιτισμικών ή πολιτικών δικαιωμάτων εντός Συρίας – είτε μέσω γλωσσικών εγγυήσεων, είτε μέσω αυτόνομων περιφερειών, είτε μέσω ειδικών ρυθμίσεων τοπικής ασφάλειας – που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προηγούμενο για αντίστοιχες διεκδικήσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ως εκ τούτου, η πίεση από τουρκικής πλευράς είναι πιθανό να συνεχιστεί απέναντι σε κάθε σχήμα που προσομοιάζει με εδραιωμένη κουρδική αυτονομία, ακόμη και όταν αυτή ενδύεται τον μανδύα μιας κατά τα λοιπά ενοποιημένης συριακής τάξης.
Τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ ιστορικά ευνοούν την ύπαρξη ενός φιλικού κουρδικού οιονεί κρατικού σχηματισμού ως ενδιάμεσου αναχώματος έναντι των ιρανικών διαδρόμων ανεφοδιασμού και των ισλαμιστικών πολιτοφυλακών που επιχειρούν στη Συρία και στο Ιράκ. Παρ’ όλα αυτά, η Ιερουσαλήμ έχει αποφύγει οποιαδήποτε ανοικτή στήριξη προς τις SDF στην τρέχουσα κρίση, σε συνέχεια μιας μακράς παράδοσης προσεκτικής διαχείρισης της συριακής κρίσης. Η εκ μέρους του Ισραήλ αντίδραση έναντι των επιθέσεων σε κουρδικές περιοχές περιορίστηκε σε ρητορική καταδίκη, προκειμένου να μην εμποδιστεί η προτεραιοποίηση της ελευθερίας δράσης έναντι ιρανικών στόχων στη Συρία και τον Λίβανο, με παράλληλη διατήρηση των μηχανισμών συνεννόησης με τη Δαμασκό και τη Μόσχα, και με συνέχιση των σιωπηρών συμφωνιών ασφαλείας με την κυβέρνηση al-Sharaa υπό αμερικανική αιγίδα. Μια ανοικτή στρατιωτική στήριξη των Κούρδων θα έθετε σε κίνδυνο αυτούς τους διαύλους, θα προκαλούσε την Τουρκία, και θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο ανοίγματος ενός βόρειου συριακού μετώπου την ώρα που το Ισραήλ είναι ήδη εμπλεκόμενο στη Γάζα και στον Λίβανο, και με ισχυρό ενδεχόμενο να ανοίξει και η σύγκρουση με το Ιράν.
Υπό θουκυδίδεια οπτική, αυτή η στάση μοιάζει ορθολογική σε όρους Συμφέροντος, αλλά προβληματική σε όρους Τιμής: η επιχειρησιακή ελευθερία έναντι του Ιράν και των ενεργουμένων του μεγιστοποιείται, και ένα πλαίσιο αποκλιμάκωσης με τη Δαμασκό διατηρείται, με τίμημα την αποδοχή των κουρδικών απωλειών ως αποδεκτού κόστους. Επιπλέον, στην ισραηλινή στρατηγική σκέψη υπάρχει πάντα η ανησυχία ότι μια εμφανής στήριξη θα στιγμάτιζε τους Κούρδους ως «ισραηλινούς εντολοδόχους», προσφέροντας πρόσχημα για σκληρότερη καταστολή από Συρία και Τουρκία, πράγμα που, εν τέλει, θα επιδείνωνε την ήδη δεινή θέση τους. Η συγκεκριμένη επιλογή του Ισραήλ είναι ρεαλιστική: το τίμημα είναι η θυσίση ενός σταθερού και ανοικτά φιλοϊσραηλινού κουρδικού αναχώματος, προκειμένου να αποφευχθεί το καίριο σφάλμα της υπερεπέκτασης, και να διατηρηθεί μια προσωρινή ισορροπία με την Τουρκία και το συριακό καθεστώς, που φαίνεται να προσπαθεί υπό πίεση να αποβάλει τη τζιχαντιστική του φύση.
Η Ουάσιγκτον πήρε την απόφαση να τερματίσει τον ρόλο του εγγυητή ενός χωριστού κουρδικού κέντρου εξουσίας και να αντιμετωπίσει την κυβέρνηση al-Sharaa ως τον κύριο συριακό συνομιλητή, με τις κουρδικές δυνάμεις να απορροφώνται σταδιακά στο πλαίσιο αυτό. Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η αρχική αποστολή – η ήττα του ISIS και η προσωρινή ανάληψη ευθύνης για τις φυλακές και τα στρατόπεδα κράτησης – έχει σε μεγάλο βαθμό εκπληρωθεί, και ότι μια κεντρική συριακή αρχή μπορεί πλέον να αναλάβει αυτά τα καθήκοντα. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ ζητούν μείωση της ιρανικής επιρροής στη Συρία, αποτροπή ανασυγκρότησης του ISIS, και μια λειτουργική σχέση, τόσο με την Άγκυρα, όσο και με την Ιερουσαλήμ, ικανή να αποτρέπει ανοικτή σύγκρουση μεταξύ συμμάχων. Υπό το πρίσμα στενών και βραχυπρόθεσμων Συμφερόντων, η επιλογή αυτή φαίνεται ορθολογική: η διαρκής προστασία ενός κουρδικού πρωτο-κρατικού μορφώματος απέναντι τόσο στη Δαμασκό όσο και στην Άγκυρα θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη δέσμευση πόρων, θα ενείχε τον κίνδυνο τριβών με την "πολύτιμη" σύμμαχο Τουρκία, και θα εξέτρεπε ίσως την Αμερικανική προσοχή από άλλες παγκόσμιες προτεραιότητες.
Σε ευρύτερο ορίζοντα, όμως, η στάση αυτή φαντάζει έντονα υποταγμένη στην τουρκική λογική και προτιμήσεις, και συγκρούεται με τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά συμφέροντα: ένα στρατηγικά ευθυγραμμισμένο κουρδικό αυτόνομο ή ημιαυτόνομο κρατικό μόρφωμα, σε συνδυασμό με μια δομικά περιορισμένη Τουρκία, θα εξυπηρετούσε ενδεχομένως καλλίτερα τη θέση της Ουάσιγκτον από ότι μια φιλόδοξη, αναθεωρητική, νεο-Οθωμανική Τουρκία σε εκ των πραγμάτων ασταθή ισορροπία με το Ισραήλ, στα όρια ενός ασταθούς Ιράν. Σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία συμμαχιών και την περιφερειακή αρχιτεκτονική, οι πρόσφατες επιλογές επιβεβαιώνουν ένα μοτίβο κατά το οποίο η συνεργασία με μη κρατικές μειονότητες – και με τους Κούρδους ειδικότερα – αποδεικνύεται εξαιρετικά ευμετάβλητη και αναστρέψιμη όταν προκύπτουν επιτακτικές κρατοκεντρικές διευθετήσεις. Η πολιτική άκαιρης εγκατάλειψης συμμάχων από τις ΗΠΑ (Βιετνάμ, Αφγανιστάν, Κούρδοι)* συνεπάγεται ένα σωρευτικό κόστος φήμης και γεωπολιτικού κεφαλαίου. Το κουρδικό έθνος δεν είναι δυνατόν να λησμονήσει αυτή τη συμπεριφορά αργότερα, αλλά και άλλοι τοπικοί εταίροι, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ**, που παρακολουθούν πόσο γρήγορα λύνονται μακροχρόνιες συμμαχίες ακόμη και για πρόσκαιρα αντισταθμίσματα.
Από την οπτική της Ελλάδος, η μεταβολή αυτή εκλαμβάνεται ως αναδιάταξη που νομιμοποιεί τις τουρκικές αφηγήσεις ασφαλείας και ικανοποιεί μονόπλευρα την Τουρκία, ενώ υπονομεύει ένα άρρητο ελληνικό και ευρύτερο δυτικό συμφέρον για ύπαρξη κουρδικού αντιβάρου στην τουρκική ισχύ στα βόρρεια της Λεβαντίνης και του βορείου Ιράκ. Η ελληνική στρατηγική σκέψη έχει επί μακρόν καταχωρίσει την κουρδική αυτονομία ως δομικό περιοριστικό παράγοντα στις νεο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της Άγκυρας και στην προβολή ισχύος ενός άξονα Τουρκίας–Κατάρ–ισλαμιστικών οργανώσεων προς τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο. Υπό το νέο σχήμα, η σημασία αυτού του αντισταθμίσματος μειώνεται αισθητά: οι SDF δεν λειτουργούν πλέον ως ημι-κρατικός δρών με έλεγχο σε εκτεταμένες πηγές υδρογονανθράκων και υδατίνων πόρων, αλλά ως δυνάμεις υπό πίεση προς ενσωμάτωση ή εξουδετέρωση από ένα κεντρικό κράτος με το οποίο η Τουρκία διαπραγματεύεται από θέση ισχύος.
Την ίδια στιγμή, η επανεμφάνιση ενός αναγνωρίσιμου συριακού κράτους δημιουργεί δευτερογενείς ευκαιρίες για την Ελλάδα να προβάλει σταθεροποιητική επιρροή μέσω πρωτοβουλιών ανοικοδόμησης, πολιτιστικής διπλωματίας και στήριξης χριστιανικών και άλλων ευάλωτων κοινοτήτων, σε συντονισμό με τη Γαλλία και άλλους ευρωπαϊκούς δρώντες. Εδώ η θουκυδίδεια Τριάδα αναδεικνύεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια: ο Φόβος για την περιφερειακή υπερεξάπλωση της Τουρκίας επιβάλλει τη συνέχιση της υποστήριξης των κουρδικών και δρουζικών συμφερόντων· το Συμφέρον υπαγορεύει την αξιοποίηση τόσο των μειονοτήτων της Συρίας, όσο και του νέου συριακού κέντρου για τον περιορισμό της τουρκικής αποκλειστικότητας επιρροής· η Τιμή υποδεικνύει έναν ελληνικό ρόλο προστάτιδας δύναμης ευάλωτων κοινοτήτων και αυτόνομης ορθόδοξης παρουσίας, αξιοποιώντας το Πατριαρχείο Αντιοχείας και άλλα εκκλησιαστικά δίκτυα ως εργαλεία ήπιας ισχύος.
Η συμπεριφορά του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να χαρακτηριστεί ορθολογική μόνο εφόσον οριστούν πολύ στενά τα κριτήρια αξιολόγησης. Η ισραηλινή πολιτική ελαχιστοποιεί τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο, διατηρεί μηχανισμούς αποσυμφόρησης και περισώζει πόρους για την επικείμενη αντιπαράθεση με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ, αλλά το πράττει σε βάρος της ευκαιρίας να εδραιωθεί ένα δομικά φιλοϊσραηλινό κουρδικό ανάχωμα και να διαμορφωθεί μια πλουραλιστική, μ τοη τζιχαντιστική περιφερειακή τάξη, ικανή να περιορίσει τόσο την τουρκική όσο και την ιρανική επιρροή στην Λεβαντίνη. Η αμερικανική πολιτική μειώνει την απασχόληση των δυνάμεών τους στην περιοχή, και ευθυγραμμίζεται με την παγκόσμια ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους· όμως παραμένει στρατηγικά ασύνδετη στο μέτρο που εγκαταλείπει τους Κούρδους, ένα από τα ελάχιστα κοσμικά και δυτικόστροφα πειράματα διακυβέρνησης στην περιοχή, και παραχωρεί στην Τουρκία το δικαίωμα να καθορίζει κουρδικό μέλλον. Σε θουκυδίδειους όρους, και οι δύο δρώντες λειτουργούν υπό την πίεση του Φόβου και του Συμφέροντος, με σημαντικό κόστος για την Τιμή τους ως εγγυητών σταθερότητας και αξιόπιστων συμμάχων.
Η παρερμηνεία και η λανθασμένη εκτίμηση προθέσεων παραμένουν μόνιμη πηγή αστάθειας σε τέτοιες εύθραυστες διατάξεις εξουσίας. Το υπό διαμόρφωση τρίγωνο – συριακή ανασυγκρότηση κεντρικού κράτους, με τους Κούρδους αναγνωρισμένους αλλά υποβιβασμένους σε μειονότητα, με τουρκική ικανοποίηση χάρη στη χωρική και θεσμική συμπίεση των SDF, και με αμερικανο-ισραηλινή προσήλωση στην ανάσχεση του Ιράν και των πληρεξουσίων του – δεν συνιστά ηθική διευθέτηση· συνιστά προσπάθεια αποτροπής άμεσης κατάρρευσης, με ένα από τους πιθανούς τρόπους. Εναλλακτικές όπως μια καθαρή τετραμερής, συνομοσπονδιακού τύπου, διαίρεση της Συρίας*** ή μια διαφανώς διατυπωμένη ομοσπονδιακή λύση δεν έχουν έως τώρα προτιμηθεί. Το πλεονέκτημα των σαφών γραμμών δικαιοδοσίας φαίνεται ότι δεν εξυπηρετεί τις δυνατότητες για εξάρτηση και διαρκή παρέμβαση εξωτερικών δρώντων. Η ανθεκτικότητα του παρόντος κεντροποιημένου σχήματος εξαρτάται από μια λεπτή ισορροπία: η ενσωμάτωση κουρδικών μαχητικών και διοικητικών στελεχών πρέπει να προχωρήσει χωρίς εκκαθαρίσεις ή εθνοτική αντεκδίκηση, ενώ οι γλωσσικές και πολιτιστικές εγγυήσεις οφείλουν να υλοποιηθούν εμπράκτως, και όχι να παραμείνουν διακηρυκτική ρητορική. Η Τουρκία οφείλει να ανεχθεί μια περιορισμένη, αποστρατιωτικοποιημένη κουρδική πολιτική παρουσία εντός Συρίας αντί να επιδιώξει την πλήρη εξάλειψη μέσω εντεινόμενης πίεσης ή υποστήριξης εχθρικών πολιτοφυλακών. Οι δυτικοί δρώντες θα χρειαστεί να συντηρήσουν μηχανισμούς παρακολούθησης και υπό όρους βοήθειας, ώστε να διασφαλισθεί η ασφάλεια των εγκαταστάσεων κράτησης μελών του ISIS, η όσο το δυνατόν ασφαλής επιστροφή εκτοπισμένων πληθυσμών και μια στοιχειωδώς δίκαιη κατανομή των πόρων. Το Ισραήλ, τέλος, καλείται να ισορροπήσει τις συμφωνίες ασφαλείας με τη Δαμασκό, με την ανάγκη αποτροπής μαζικής βίας σε κουρδικές και δρουζικές εστίες, χωρίς να επιτρέψει την παγίωση ιρανικής παρουσίας σε όλο το εύρος της συριακής επικράτειας.
Συνολικά, οι δυναμικές αυτές τείνουν προς μια άτυπη «χαλαρή συνομοσπονδιοποίηση» χωρίς καθαρές, νομικά κατοχυρωμένες ζώνες, όπως έχει κατά καιρούς προταθεί στη θεωρητική συζήτηση: το συριακό κράτος επανασυντίθεται τυπικά, αλλά στο υπέδαφος επιμένουν διαφοροποιήσεις λειτουργιών, δικαιωμάτων, κέντρων εξουσίας, αλλά και κουλτούρας, το ιδανικό δηλαδή μείγμα για αστάθεια. Το καθοριστικό ερώτημα είναι αν αυτή η εύθραυστη ισορροπία Φόβου, Τιμής και Συμφέροντος θα αποκτήσει θεσμική μορφή, ή αν τα αποτελέσματα θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από ad hoc παζάρια, αυθαιρεσίες και βία.
Οι Κούρδοι, φυσικά, αντιμετωπίζουν την παρούσα κατάληξη με βαθειά δυσαρέσκεια, απογοήτευση και θυμό. Πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες μιλούν ανοιχτά για προδοσία και απώλεια, καθώς εδάφη, κρίσιμες υποδομές και ο άμεσος έλεγχος επί των κέντρων κράτησης του ISIS έχουν σε μεγάλο βαθμό απωλεσθεί, ενώ οι ένοπλες δομές οδηγούνται σε διάλυση ή απορρόφηση με ρητά μη ομοσπονδιακούς όρους. Η υπόσχεση που μεταφέρει η αμερικανική διπλωματία είναι ότι η ενσωμάτωση θα αποφέρει πλήρη ιθαγένεια, συνταγματική αναγνώριση της γλώσσας και του πολιτισμού, και ρόλο στην τοπική αυτοδιοίκηση. Για πολλούς Κούρδους, όμως, αυτό ισοδυναμεί με επιστροφή σε καθεστώς μειονότητας μέσα σε ένα κράτος που ιστορικά συνδέθηκε με διακρίσεις, αποστέρηση ιθαγένειας και βίαιες εκστρατείες αραβοποίησης, και του οποίου την τζιχαντιστική διοίκηση ελάχιστοι εμπιστεύονται. Αυτή η κακομεταχείριση ενός δυναμικού έθνους είναι εξαιρετικά πιθανόν να οδηγήσει ακριβώς στην απειλή της κρατικής τάξεως που σήμερα επιχειρείται να προληφθεί: αποτυχία του νέου συριακού πλαισίου να προσφέρει ουσιαστικά δικαιώματα και πραγματική τοπική αυτοδιοίκηση θα ενθαρρύνει την ανασυγκρότηση αυτόνομων δομών – είτε πολιτικών είτε υπόγειων – και την αναζήτηση νέων εξωτερικών προστάτων πέραν των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Ακόμη και η φαινομενική «διπλή νίκη» της Τουρκίας παραμένει εύθραυστη. Ένα ταπεινωμένο και αποστρατιωτικοποιημένο κουρδικό κίνημα μπορεί είτε να αποδεχθεί σιωπηλά τη νέα πραγματικότητα, είτε να ριζοσπαστικοποιηθεί (το πιθανότερο με βάση την εμπειρία), με κίνδυνο διάχυσης της αστάθειας στις ίδιες τις κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, αποδυναμώνοντας, αντί να ενισχύει, την εσωτερική της συνοχή. Για το Ισραήλ και την Ελλάδα, η δομική λογική που στηρίζει την ιδέα ενός τριγώνου Κούρδων–Δρούζων–Ισραήλ παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη: ακόμη κι αν σήμερα έχει κατασταλεί, το κίνητρο για εξωτερική υποστήριξη κουρδικής αυτονομίας παραμένει ισχυρό. Όταν η αντιπαράθεση με το Ιράν σταθεροποιηθεί σε πιο διαχειρίσιμη μορφή, είναι πιθανό να δούμε αναζωπύρωση μιας πιο ανοικτής εμπλοκής με κουρδικούς δρώντες, καθώς η ιδέα ενός βόρειου διαδρόμου ασφαλείας από την Τουρκία μέχρι το Ιράν δεν έχει ποτέ εξαφανιστεί, απλώς παραμένει λανθάνουσα, όπως άλλωστε και ο νότιος διάδρομος Golan–Suwayda–Hasakah. Η τρέχουσα διαρρύθμιση, συνεπώς, δεν επιλύει το κουρδικό ζήτημα στη Συρία· εγκαινιάζει μια φάση επιβαλλόμενης συμπίεσης. Αν αυτή θα εξελιχθεί σε μακρόβια, έστω άνιση, συμβίωση ή θα λειτουργήσει ως προοίμιο σε μια πιο ριζική αναδιαμόρφωση της συριακής τάξης πραγμάτων θα κριθεί από το κατά πόσον Δαμασκός και Άγκυρα θα κατορθώσουν να μεταφράσουν τις στρατιωτικές τους επιτυχίες σε πολιτικό πλαίσιο που ικανοποιεί όχι μόνο τον Φόβο και το Συμφέρον τους αλλά, έστω ελάχιστα, και την Τιμή και την ασφάλεια των ίδιων των Κούρδων.
Ο υποτιθέμενος Κουρδικός Βόρειος Διάδρομος Ασφαλείας: Αν επραγματοποιείτο, οι Κούρδοι της Συρίας θα αισθάνοντο πολύ ασφαλέστεροι, αλλά η Τουρκία θα αισθανόταν την απειλή του διαμελισμού της, που είναι ο χειρότερος φόβος της
Ο υποτιθέμενος Διάδρομος του Δαυΐδ είναι ένα σχέδιο που μελετάται από τη δεκαετία του '90. Εδώ αναπαρίσταται αδρά εφ' ενός χάρτου της Συρίας, διηρημένης σε τέσσαρα μέρη (πρότασις Papastavrou (2025)
Balanche, F. (2017). Rojava Seeks to Break Out in Syria. https://middleeasttransparent.com/rojava-seeks-to-break-out-in-syria/
Bowman, B. (2019). Rojava, Lost? Turkish Offensive Threatens to Destroy a Radical Democratic Experiment. https://theglobepost.com/2019/10/23/rojava-revolution-turkey/
Editorial, (2026). Rojava. https://kurdishpeople.org/rojava/
Gebeily, M. (2026). Syria hopes to hold new talks with Kurdish forces (A. Williams, Ed.). Reuters. https://www.reuters.com/world/middle-east/syria-hopes-hold-new-integration-talks-with-kurdish-forces-tuesday-2026-01-27/
Gebeily, M., & Pamuk, H. (2026). How Syria’s Sharaa captured Kurdish-held areas while keeping the US onside. Reuters. https://www.reuters.com/world/middle-east/how-syrias-sharaa-captured-kurdish-held-areas-while-keeping-us-onside-2026-01-21/
Hasano, M., & Taha, J. (2026). Syria government, Kurdish forces agree sweeping integration to end clashes. Reuters. https://www.reuters.com/world/europe/syrian-forces-advance-deeper-into-usbacked-kurdishcontrolled-northeast-2026-01-18/
Lister, C. (2026). Integration or conflict in northeastern Syria? Ten key points to consider. Middle East Institute - MEI. https://mei.edu/publication/integration-or-conflict-in-northeastern-syria-ten-key-points-to-consider/
Matin, K. (2026). US abandons Syria’s Kurds, risking regional turmoil and an IS resurgence. The Conversation Media Group Ltd. https://theconversation.com/us-abandons-syrias-kurds-risking-regional-turmoil-and-an-is-resurgence-274169
Papastavrou, A.-T. (2025). Thucydidean geopolitics for the educated layperson. Lulu.com (Publisher) https://www.lulu.com/shop/aias-theodoros-papastavrou/thucydidean-geopolitics/ebook/product-45j44mg.html?q=Aias-Theodoros&page=1&pageSize=4
TΟI Staff. (2026). Israel condemns Sharaa regime’s ‘attacks against Kurdish minority’ in Syria’s Aleppo. The Times of Israel. https://www.timesofisrael.com/israel-condemns-sharaa-regimes-attacks-against-kurdish-minority-in-syrias-aleppo/
TΟl, G. (2026). Ankara’s double win: Kurds, Israel, and the new Syria. Middle East Institute - MEI. https://mei.edu/publication/ankaras-double-win-kurds-israel-and-the-new-syria/