EN | GR

Από το ισοζύγιο ισχύος πυρός στη συνολική κατανομή ισχύος

Το δοκίμιο αυτό επιχειρεί να απαντήσει στο ακόλουθο ερώτημα:

Πώς επηρεάζει η ταχεία εξάντληση των κρίσιμων πυρομαχικών την βραχυπρόθεσμη ετοιμότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους για την διεξαγωγή πολέμου και υπό ποιες συνθήκες μπορεί αυτή η υποβάθμιση της ετοιμότητας να μεταβάλει την ευρύτερη ισορροπία δυνάμεων;

Munition sample

Περίληψη

Το κείμενο εξετάζει κατά πόσον η εντατική κατανάλωση κρισίμων πυρομαχικών στον πόλεμο της Ουκρανίας και στο Ιρανικό θέατρο μεταβάλλει τη σχετική πολεμική ετοιμότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους έναντι Κίνας και Ρωσσίας, και εάν μια τέτοια μεταβολή δύναται να επηρεάσει τη συνολική κατανομή ισχύος. Η ανάλυση εστιάζει σε περιορισμένες κατηγορίες υψηλής στρατηγικής σημασίας—αναχαιτιστές υψηλής τεχνολογίας, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και κατευθυνόμενα πυρομαχικά—όπου ο χαμηλός ρυθμός παραγωγής και το υψηλό κόστος δημιουργούν «στενωπούς» αντοχής. Υποστηρίζεται ότι, σε πόλεμο υψηλής εντάσεως, καθοριστικές καθίστανται η βιομηχανική αναπλήρωση, η μεταφορά αποθεμάτων μεταξύ θεάτρων και η επιχειρησιακή οικονομία χρήσεως. Το Ιρανικό θέατρο αναδεικνύει πιέσεις σε αποθέματα αναχαιτιστών, ενώ από την πλευρά του Ιράν διακρίνεται μετατόπιση προς οικονομική και πολιτικο-ψυχολογική πίεση όταν η στρατιωτική διάρκεια δεν ευνοεί τον ασθενέστερο δρώντα. Τέλος, η Κίνα δύναται να εκμεταλλευθεί παράθυρα ευκαιρίας κυρίως μέσω υπολογισμού ρίσκου, αφηγήματος αξιοπιστίας και πληροφοριακής ωφελείας, χωρίς να προκύπτει αυτομάτως ανατροπή της συνολικής ισορροπίας ισχύος.


I. Εισαγωγή: το ερώτημα και η ερευνητική υπόθεση

Ο παρατεινόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, οι επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, και ιδίως η διαφαινομένη πιθανότης παρατάσεώς τους, αναδεικνύουν πλέον δημοσίως το ζήτημα της εξαντλήσεως αποθεμάτων κρισίμων πυρομαχικών. Η συζήτηση δεν αφορά απλώς την ποσότητα πυρομαχικών γενικώς, αλλά την επάρκεια ορισμένων προηγμένων και ακριβών κατηγοριών, που καθορίζουν την αντοχή των επιχειρήσεων υψηλής εντάσεως. Αναλύσεις κάνουν λόγο για σημαντική κατανάλωση αναχαιτιστών τύπου THAAD, Standard Missile‑3 και Standard Missile‑6, την ίδια στιγμή που η αμερικανική αμυντική βιομηχανία πιέζεται να καλύψει απαιτήσεις της Ουκρανίας και του Ισραήλ, ενώ υποχρεούται να διατηρεί επαρκές απόθεμα και για ενδεχόμενη ανάγκη στον Ινδο‑Ειρηνικό, δηλαδή για το δυνητικό θέατρο επιχειρήσεων, το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν ότι αποτελεί την κύρια στρατηγική τους προτεραιότητα.

Το κεντρικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν εξαντλούνται τα όπλα γενικώς, αλλά εάν η εντατική κατανάλωση κρισίμων πυρομαχικών στο Ουκρανικό και στο Ιρανικό μέτωπο σημαντικά τη σχετική ετοιμότητα έναντι Κίνας και Ρωσσίας, και σε ποιόν βαθμό μια τέτοια μεταβολή—η οποία κατ’ αρχήν αφορά την ισχύ πυρός—μπορεί να μεταφρασθεί σε αλλαγή της συνολικής κατανομής ισχύος. Η υπόθεση προς έλεγχο είναι ότι η εξάντληση συγκεκριμένων κατηγοριών κρισίμων πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων δύναται να μειώσει τη βραχυπρόθεσμη ικανότητα διεξαγωγής ταυτοχρόνων ή διαδοχικών επιχειρήσεων υψηλής εντάσεως (βλ. υποσημείωση 1).

Το εγχείρημα αυτό δεν προϋποθέτει ακριβή γνώση αποθεμάτων—η οποία είναι, ως επί το πλείστον, απόρρητη. Η ανάλυση θα στηριχθεί σε δημοσίως τεκμηριούμενους ρυθμούς καταναλώσεως, σε δηλωμένους ρυθμούς παραγωγής και σε γνωστές επενδύσεις σε γραμμές παραγωγής, σε θεσμικές εκθέσεις και αξιόπιστη ερευνητική βιβλιογραφία, και, τέλος, σε συγκριτική αποτίμηση της ικανότητος αναπληρώσεως υπό την πίεση πολεμικών επιχειρήσεων σε πολλαπλά θέατρα.

II. Τι σημαίνει "κρίσιμα πυρομαχικά"

Η ανάλυση θα εστιασθεί σε περιορισμένο αριθμό κατηγοριών όπλων με δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική σημασία. Τέτοιες κατηγορίες είναι οι πύραυλοι cruise και οι βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς, οι αντιπυραυλικοί και αντιαεροπορικοί αναχαιτιστές υψηλής τεχνολογίας (Patriot, Aegis/Standard, THAAD, Arrow, David’s Sling), καθώς και κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς.

Κριτήριο επιλογής αποτελεί ο συνδυασμός υψηλού κόστους ανά μονάδα, χαμηλού ρυθμού παραγωγής και καθοριστικού ρόλου στις πρώτες φάσεις συγκρούσεων υψηλής εντάσεως. Στο αρχικό στάδιο μια συγκρούσεως, η ικανότης για συγχρονισμένες ομοβροντίες, αλλά και για αμυντική απορρόφηση πλήγματος χωρίς άμεση κατάρρευση των αποθεμάτων αναχαιτιστών, μπορεί να κρίνει την έκβαση πολύ πριν αναπτυχθούν πλήρως οι μακροχρόνιοι μηχανισμοί βιομηχανικής αναπληρώσεως.

III. Κατανάλωση, αναπλήρωση και ο ρόλος της βιομηχανίας

Σε πόλεμο υψηλής εντάσεως, η ισχύς πυρός παύει να είναι απλή συνάρτηση του τι βρίσκεται στις αποθήκες και εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τρεις παραμέτρους: τον ρυθμό βιομηχανικής αναπληρώσεως, τον ρυθμό μεταφοράς αποθεμάτων μεταξύ επιχειρησιακών θεάτρων και την οικονομία χρήσεως των κρισίμων μέσων. Η ουσία δεν είναι να εξαχθούν ακριβείς εκτιμήσεις αποθεμάτων, που είναι ανέφικτο, αλλά να τεκμηριωθεί εάν οι ρυθμοί καταναλώσεως τείνουν να υπερβαίνουν τους τρέχοντες ρυθμούς αναπληρώσεως, και, άρα, εάν η διατήρηση υψηλής εντάσεως επί μακρόν επιβάλλει επιλογές προτεραιοτήτων.

Σχετικά με το συμβατικό πυροβολικό, εκτιμάται ότι η Ρωσσία παρήγαγε περίπου 2–2,3 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού το 2024, ενώ ο ετήσιος στόχος παραγωγής του διαμετρήματος 155mm των Ηνωμένων Πολιτειών τοποθετείται περίπου στο 1,2 εκατομμύριο έως τα τέλη του 2025, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να θέτει παρόμοιο στόχο. Κυκλοφορούν ισχυρισμοί ότι η Ρωσσία δύναται να παράγει σε τρεις μήνες ό,τι η Ευρώπη σε ένα έτος· οι διατυπώσεις αυτές χρησιμοποιούνται συχνά με πολιτική φόρτιση και χρήζουν προσεκτικής αναγνώσεως, αλλά δείχνουν την τάση: ο πόλεμος φθοράς ευνοεί τον δρώντα που μετατρέπει ταχύτερα την οικονομία του σε πολεμική, με ρυθμούς μαζικής παραγωγής.

Στα προηγμένα κατευθυνόμενα πυρομαχικά, το πρόβλημα αποκτά διαφορετική μορφή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επενδύουν δισεκατομμύρια δολλάρια για αύξηση παραγωγής πυραύλων Patriot, Standard και άλλων αναχαιτιστών, αλλά οι επίσημες εκτιμήσεις συγκλίνουν σε ορίζοντα 2–3 ετών έως ότου επιτευχθούν οι στοχευόμενοι ρυθμοί παραγωγής. Η χρονική υστέρηση μεταξύ αποφάσεως και ηυξημένης παραγωγικής ικανότητος δημιουργεί ενδιάμεσο παράθυρο ευπαθείας, στο οποίο τα αποθέματα παραμένουν χαμηλά ενώ η ζήτηση είναι υψηλή. Όσο παρατείνεται ή εντείνεται μια σύγκρουση, το κρισιμότερο μέγεθος παύει να είναι το αρχικό απόθεμα και γίνεται ο ρυθμός αναπληρώσεως σε συνθήκες πολέμου.

IV. Το Ιρανικό θέατρο και η επιχειρησιακή "οικονομία"

Στο πλαίσιο αυτό, το Ιρανικό θέατρο προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής καταναλώσεως κρισίμων μέσων. Δημοσιογραφικές και αναλυτικές πηγές υποστηρίζουν ότι, στη διάρκεια του "Πολέμου των 12 Ημερών" εναντίον του Ιράν, καταναλώθηκε σημαντικό ποσοστό αναχαιτιστών του συστήματος THAAD, σε συνδυασμό με αισθητή κατανάλωση αναχαιτιστών Standard Missile‑3 και Standard Missile‑6 από πλοία και χερσαίες εγκαταστάσεις εξοπλισμένες με το σύστημα Aegis. Παράλληλα, ήδη από το 2024, ειδικοί ερευνηταί και εξειδικευμένα μέσα προειδοποιούσαν ότι οι παραδόσεις πυρομαχικών στην Ουκρανία και η υποστήριξη της ισραηλινής αντιαεροπορικής αμύνης απομειώνουν τα αποθέματα με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι μπορούν να αναπληρώσουν οι υφιστάμενες γραμμές παραγωγής.

Στη νέα φάση πολέμου κατά του Ιράν (2025–26), η δημόσια συζήτηση ενισχύεται από αναφορές κατά τις οποίες Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι μια παρατεταμένη εκστρατεία θα μπορούσε να εξαντλήσει κρίσιμες κατηγορίες αναχαιτιστών, οι οποίες θα απαιτηθούν δυνητικώς και στον Ινδο‑Ειρηνικό. Σε περιόδους πολλαπλών θεάτρων επιχειρήσεων υψηλής εντάσεως, οι ρυθμοί καταναλώσεως πυραύλων και αναχαιτιστών τείνουν να προσεγγίζουν ή να υπερβαίνουν τους ρυθμούς παραγωγής, με αποτέλεσμα πίεση στις αποθήκες και πολιτικώς δύσκολες επιλογές κατανομής.

Στο πλαίσιο αυτό, αποκτά σημασία όχι μόνο η ποσότης των αναχαιτιστών, αλλά και η λογική διαχειρίσεώς τους σε κορεσμένες επιθέσεις. Αναφορές κατά τις οποίες η αεράμυνα αναγκάζεται να δίνει προτεραιότητα στην προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων έναντι κατοικημένων περιοχών δεν είναι απλώς τακτική λεπτομέρεια· υποδηλώνουν λειτουργία υπό περιορισμούς αναπληρώσεως σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή την εμφάνιση επιχειρησιακής οικονομίας αναχαιτίσεως, με πολιτικό και κοινωνικό κόστος.

Από την πλευρά του Ιράν, η εκτίμηση της αντοχής απαιτεί διάκριση μεταξύ "δυνατότητος εκτελέσεως πληγμάτων" και "δυνατότητος εκτελέσεως πληγμάτων με στρατιωτικώς αποφασιστικό αποτέλεσμα". Η πρώτη μπορεί να διατηρείται επί μακρόν, ιδίως όταν τα μέσα είναι σχετικώς χαμηλού κόστους ή επιδέχονται ταχεία αναπλήρωση· η δεύτερη προϋποθέτει σταθερή κατανάλωση πιο απαιτητικών συστημάτων, όπου οι περιορισμοί παραγωγής και υποσυστημάτων είναι εντονώτεροι. Όταν, λοιπόν, η δυνατότης παρατάσεως στρατιωτικώς "καθαρού" πολέμου υψηλής εντάσεως είναι ή φαίνεται περιορισμένη, είναι λογικό να μετατοπίζεται το βάρος προς σκοπούς που παράγουν δυσανάλογο αποτέλεσμα με μικρότερη υλική δαπάνη, ιδίως στο οικονομικό πεδίο. Η επιλογή αυτής της τακτικής υποδηλώνει ότι το Ιράν χρησιμοποιεί με φειδώ το εναπομένον απόθεμα, επιδιώκοντας παραλλήλως να προκαλέσει οικονομική αναταραχή· οι δυτικές δυνάμεις ενδέχεται να αποδειχθούν περισσότερο ευάλωτες στην οικονομική πίεση, παρά στο καθαρώς στρατιωτικό σκέλος.

V. Ρωσσία και Κίνα: δύο διαφορετικές λογικές αντοχής

Η Ρωσσία έχει προσανατολίσει σημαντικό μέρος της οικονομίας της σε πολεμική κατεύθυνση. Υψηλοί ρυθμοί καταναλώσεως στην Ουκρανία συνδυάζονται με ηυξημένους ρυθμούς παραγωγής πυρομαχικών, με εκτιμήσεις για εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού ετησίως και περαιτέρω αύξηση. Εκτός της στρατιωτικής σημασίας του αναπροσανατολισμού της οικονομίας, συντηρείται βραχυμεσοπροθέσμως και το ΑΕΠ. Το μείγμα πυρομαχικών διαφέρει αισθητά από το δυτικό: παρατηρείται μεγαλύτερη έμφαση σε μαζικά, λιγότερο εξελιγμένα βλήματα και σε βαλλιστικούς πυραύλους και πυραύλους τύπου cruise περιορισμένης ακριβείας, έναντι της δυτικής εμφάσεως σε ακριβότερα βλήματα υψηλής ακριβείας και κατευθυντικότητος.

Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς τεχνική· συνιστά διαφορά δόγματος και διαφορά αντιλήψεως περί κόστους του πολέμου, η οποία καταλήγει να αγγίζει και το κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή το τι θεωρείται ανεκτό στο εσωτερικό κάθε πολιτικής κοινότητος. Η θέση ότι η ρωσσική κοινωνία ενδέχεται να εμφανίζει υψηλότερη ανοχή σε επιχειρήσεις χαμηλής διακρίσεως, ενώ ανάλογες πρακτικές τείνουν να προκαλούν εντονότερη κοινωνική και πολιτική τριβή σε δυτικές κοινωνίες, διατυπώνεται εδώ ως αναλυτική υπόθεση περί διαφορών κοινωνιοπολιτικής ανοχής στην αγριότητα του πολέμου και όχι ως αξιολογική κρίση. Το ζητούμενο είναι αποκλειστικώς η επίδραση αυτών των διαφορών στη διάρκεια της πολεμικής προσπάθειας και στη σταθερότητα της πολιτικής βουλήσεως για συνέχιση ή κλιμάκωση αυτής.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, από την άλλη πλευρά, φαίνεται να σχεδιάζει πρωτίστως για σύγκρουση υψηλής εντάσεως και περιορισμένης διαρκείας στον Ειρηνικό, με επίκεντρο την Ταϊβάν. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στην έμφαση στις Πυραυλικές Δυνάμεις του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, καθώς και στα χαρακτηριστικά συστημάτων, όπως DF‑21D και DF‑26, τα οποία έχουν σχεδιασθεί για ταχεία πρόκληση εκτεταμένων πληγμάτων κατά ναυτικών και χερσαίων στόχων. Η ποσοτική εικόνα των αποθεμάτων παραμένει αδιαφανής, αλλά η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού πυραυλικών μέσων σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο ενισχύει την εντύπωση ότι το κινεζικό δόγμα εστιάζει σε ένα κρίσιμο χρονικό παράθυρο πρώτων εβδομάδων, εντός του οποίου πρέπει να επιτευχθεί στρατηγικό τετελεσμένο.

Κατ’ επέκτασιν, η σύγκριση δεν περιορίζεται σε απολύτους αριθμούς· αφορά πρωτίστως την ικανότητα διατηρήσεως επιχειρήσεων εντός του κρισίμου χρονικού παράθυρου που δύναται να κρίνει την έκβαση ενός συντόμου πολέμου υψηλής εντάσεως. Το ερώτημα είναι εάν τα διαθέσιμα αποθέματα επιτρέπουν διατήρηση υψηλού επιχειρησιακού ρυθμού στις πρώτες καθοριστικές εβδομάδες, χωρίς αναγκαστική επιβράδυνση λόγω υλικών περιορισμών.

VI. Γεωπολιτική σύνθεση: αποτροπή, παράθυρα ευκαιρίας, σενάρια

Η ισχύς πυρός αποτελεί επιμέρους έκφανση της συνολικής ισχύος, η οποία εδράζεται σε οικονομικές, τεχνολογικές, κοινωνικές και πολιτικές βάσεις, καθώς και σε συμμαχικά δίκτυα και δυνατότητα προβολής ισχύος. Η εξάντληση κρισίμων πυρομαχικών δεν ανατρέπει αυτομάτως αυτά τα θεμέλια· επηρεάζει, όμως, έναν καίριο ενδιάμεσο μηχανισμό: την αξιοπιστία της αποτροπής και την ικανότητα ταυτόχρονης δράσεως σε περισσότερα του ενός θέατρα επιχειρήσεων, εάν παραστεί ανάγκη.

Η μεταβολή στο ισοζύγιο πυρομαχικών δεν συνιστά αυτοτελώς ανακατανομή ισχύος· συνιστά, όμως, μετατόπιση στον υπολογισμό κινδύνου και ευκαιρίας, ιδίως όταν μια ηγεμονική δύναμη εμφανίζεται υπερεκτεθειμένη ή επιχειρησιακώς εξηντλημένη. Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και περιορισμένες ελλείψεις δύνανται να αποκτήσουν δυσανάλογη σημασία, διότι επηρεάζουν την αντίληψη περί διαθέσιμης ισχύος στον κρίσιμο χρόνο. Για την Κίνα, το ζήτημα δεν είναι τόσο η συνολική εξασθένηση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά η πιθανή συρρίκνωση της βραχυπρόθεσμης ικανότητος αντιδράσεως στον Ινδο‑Ειρηνικό.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ορισθούν ενδεικτικά δύο διακριτά σενάρια. Στο πρώτο σενάριο, εξετάζεται ένας βραχύς πόλεμος στον Ινδο‑Ειρηνικό μετά από φάση εντατικής καταναλώσεως στο Ιρανικό θέατρο: το ερώτημα είναι εάν η προηγηθείσα εξάντληση κρισίμων αποθεμάτων μειώνει την ικανότητα αμέσου και ουσιαστικής ανταποκρίσεως σε κρίση γύρω από την Ταϊβάν.

Στο δεύτερο σενάριο, εξετάζεται παράλληλη εμπλοκή σε περισσότερα του ενός μέτωπα: το ερώτημα είναι εάν η σωρευτική εξάντληση κρισίμων πολεμικών υλικών, ενδεχομένως συνδυασμένη με ταυτόχρονη πολιτική πίεση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών —ένας βαθμός αντιπολεμικής κοπώσεως είθισται μετά από πολεμικές συγκρούσεις, ιδίως ατελέσφορες— δημιουργεί παράθυρο ευκαιρίας για τον αντίπαλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, για τους σχεδιαστές πολιτικής και τους αναλυτές κινδύνου είναι χρήσιμο να παρακολουθούν κρίσιμες ενδείξεις επικειμένης επιδεινώσεως του στρατηγικού κλίματος, όπως η κλιμάκωση επιθετικής ρητορικής, η αύξηση και σκλήρυνση ασκήσεων πέριξ της Ταϊβάν, η ένταση της δημόσιας συζητήσεως περί εξαντλήσεως αποθεμάτων και τα σημάδια για την οικονομική αντοχή του συστήματος.

VII. Η κινεζική εκμετάλλευση της αμερικανικής εξαντλήσεως

Η Κίνα δεν κερδίζει αυτομάτως από την εξάντληση αμερικανικών αποθεμάτων. Αυτό που δυνητικώς αποκτά είναι ευνοϊκότερο παράθυρο ευκαιρίας και, κυρίως, μεγαλύτερη ευχέρεια πιέσεως γύρω από την Ταϊβάν. Το όφελος δεν είναι κατ’ ανάγκην αριθμητικό, αλλά επιχειρησιακό, πολιτικο‑ψυχολογικό και πληροφοριακό. Σε κατάσταση σχετικής ελλείψεως κρισίμων υλικών, θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αυξηθεί η ανοχή των ΗΠΑ σε προκλήσεις υψηλότερης εντάσεως απ΄ ό,τι προηγουμένως, με αποτέλεσμα εσωτερική αποσταθεροποίηση στην Ταϊβάν.

Πρώτον, στη υλική διάσταση, η Κίνα δύναται να αναθεωρεί τον υπολογισμό κινδύνου εάν διαπιστώνει ότι η κατανάλωση αναχαιτιστών και κατευθυνομένων πυρομαχικών σε άλλο θέατρο μειώνει τη διάρκεια για την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αντέξουν σε πολυθεατρική ή αμέσως διαδοχική σύγκρουση. Δεύτερον, στην πολιτικο‑ψυχολογική διάσταση, η δημόσια συζήτηση περί εξαντλημένων αποθεμάτων—ιδίως όταν συνδυάζεται με καθυστερήσεις παραδόσεων—μπορεί να λειτουργεί διαβρωτικώς στην αντιληπτή αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων. Τρίτον, η πληροφοριακή ωφέλεια παραμένει σημαντική: παρατηρώντας σε πραγματικές επιχειρήσεις τους ρυθμούς καταναλώσεως και αναπληρώσεως, καθώς και τη διαδικασία κατανομής αποθεμάτων, το Πεκίνο μπορεί να βελτιώνει τα επιχειρησιακά και στρατηγικά μοντέλα του για μελλοντική κρίση στην Ταϊβάν χωρίς το ίδιο να αναλάβει το ρίσκο πρόωρης κλιμακώσεως.

VIII. Συμπέρασμα

Η εξάντληση κρισίμων πυρομαχικών και προηγμένων οπλικών συστημάτων μπορεί να επηρεάσει αισθητά τη σχετική ετοιμότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, ιδίως ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής ταυτόχρονων επιχειρήσεων υψηλής εντάσεως σε πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων, και ως προς την αντοχή των πρώτων κρίσιμων εβδομάδων ενός βραχέος πολέμου. Η μετατροπή, όμως, αυτής της επιχειρησιακής φθοράς σε γεωπολιτική ανατροπή δεν είναι αυτόματη· απαιτεί συνδυασμό παρατεταμένης αδυναμίας αναπληρώσεως, πολιτικής κοπώσεως, και αντιπάλου προθύμου και ετοίμου να αναλάβει υψηλό ρίσκο μέσα στο κρίσιμο χρονικό παράθυρο ευκαιρίας.

Η αντοχή του Ιράν εισάγει έναν πρόσθετο περιορισμό: όταν η μακρά στρατιωτική διάρκεια δεν ευνοεί τον ασθενέστερο δρώντα, η πίεση τείνει να μεταφέρεται προς το οικονομικό και πολιτικο‑ψυχολογικό πεδίο, όπου το κόστος μπορεί να καταστεί δυσανάλογο προς τα υλικά μέσα που δαπανώνται. Εδώ ενδεχομένως εντοπίζεται και ο “κακός υπολογισμός” των ΗΠΑ στην συγκεκριμένη πολεμική προσπάθεια (βλ. υποσημείωση 2). Ωστόσο, όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν υπεροχή σε οικονομία, τεχνολογία, συμμαχικά δίκτυα και ικανότητα βιομηχανικής προσαρμογής, η συνολική ισορροπία ισχύος δεν ανατρέπεται αυτομάτως· αυτό που μεταβάλλεται είναι η γεωμετρία του κινδύνου και της ευκαιρίας για όλους τους εμπλεκομένους.

Ως εκ τούτου, τα συμπεράσματα οφείλουν να διατυπώνονται με διαβάθμιση βεβαιότητος και όχι ως κατηγορηματικές προβλέψεις· η παρούσα φάση εξαντλήσεως κρισίμων πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων συνιστά ένδειξη μεταβαλλομένης συγκυρίας και μετατοπίσεως επιχειρησιακών περιορισμών, όχι ακόμη απόδειξη οριστικής στρατηγικής μεταβολής της συνολικής κατανομής ισχύος.


Υποσημείωση 1: Παρατίθεται εδώ ενδεικτικά η αρχή του βιβλίου 6 από την "Θουκυδίδου ξυγγραφή", ώστε να φανεί η ομοιότης της επιχειρήσεως στο Ιράν με την Σικελική εκστρατεία, τηρουμένων των αναλογιών. Τα βιβλία 6 και 7 περιγράφουν τα στρατηγικά σφάλματα που σχετίζονται με την υπερεπέκταση.

"τοῦ δ’ αὐτοῦ χειμῶνος Ἀθηναῖοι ἐβούλοντο αὖθις μείζονι παρασκευῇ τῆς μετὰ Λάχητος καὶ Εὐρυμέδοντος ἐπὶ Σικελίαν πλεύσαντες καταστρέψασθαι, εἰ δύναιντο, ἄπειροι οἱ πολλοὶ ὄντες τοῦ μεγέθους τῆς νήσου καὶ τῶν ἐνοικούντων τοῦ πλήθους καὶ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων, καὶ ὅτι οὐ πολλῷ τινὶ ὑποδεέστερον πόλεμον ἀνῃροῦντο ἢ τὸν πρὸς Πελοποννησίους" (Θουκ. 6.1.1 και εντεύθεν).


Υποσημείωση 2: Παρατίθεται εδώ το εδάφιο 1.78.3 από την "Θουκυδίδου ξυγγραφή", όπου σχολιάζεται η ανθρώπινη τάση πρώτα να πηγαίνει κανείς σε πόλεμο και ύστερα να σκέπτεται τις λεπτομέρειες. Αυτό συνιστά τη "μήτρα" του κακού υπολογισμού, ο οποίος είναι κατά τον Θουκυδίδη σχεδόν αναπόφευκτος στον πόλεμο.

"ἰόντες τε οἱ ἄνθρωποι ἐς τοὺς πολέμους τῶν ἔργων πρότερον ἔχονται, ἃ χρῆν ὕστερον δρᾶν, κακοπαθοῦντες δὲ ἤδη τῶν λόγων ἅπτονται"


Επιλογή Βιβλιογραφικών Παραπομπών

@cit. (2025). Who Produces More Weapons—Russia or NATO? Conflict Intelligence Team. https://notes.citeam.org/russia_vs_nato_en

Brobst, R. and Bowman, B. (2025). Arsenal of Democracy Arming Taiwan, Ukraine, and Israel While Strengthening the U.S. Industrial Base. FDD (Foundation for Defence of Democracies. https://www.fdd.org/wp-content/uploads/2025/04/fdd-monograph-arsenal-of-democracy.pdf

Beaver, W. and Fein, J. (2024). America Must Remedy Its Dangerous Lack of Munitions Planning. The Heritage Foundation. https://www.heritage.org/sites/default/files/2024-02/IB5341.pdf

Copp, T. (2024). US arms stockpiles strained by Ukraine, Israel support: INDOPACOM boss. Defense News. https://www.defensenews.com/global/the-americas/2024/11/21/us-arms-stockpiles-strained-by-ukraine-israel-support-indopacom-boss/

Erickson, AS. (2024). Department of Defense Just Released 2024 China Military Power Report. Andrew S. Erickson. https://www.andrewerickson.com/2024/12/department-of-defense-just-released-2024-china-military-power-report-fact-sheet-full-text-here/

Jones, MG. (2025). Is Russia producing a year's worth of NATO ammunition in three months? EuroNews. https://ca.news.yahoo.com/russia-producing-years-worth-nato-082243192.html?guccounter=1

Papastavrou, A-T. (2025). Thucydidean Geopolitics for the educated layperson. Ἡδυέπεια (εκδόσεις). https://idiepeia.gr/catalog/thucydidean-geopolitics-for-the-educated-layperson/product-45j44mg.html?q=Aias-Theodoros&page=1&pageSize=4

Previous Post Next Post