Το δοκίμιο αυτό επιχειρεί να διερευνήσει τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Σε ποιον βαθμό μία Ισραηλινή κυβέρνηση Bennett–Lapid–Eisenkot θα διατηρούσε, θα τροποποιούσε ή θα εμβάθυνε την υφιστάμενη στρατηγική σύμπλευση του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο;
2. Μέχρι ποίου σημείου δύναται ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου να λειτουργήσει ως ουσιαστικός αποτρεπτικός παράγων έναντι του τουρκικού επεκτατισμού, ιδίως εάν η Ελλάδα εισέλθει σε νέα περίοδο πολιτικής ασταθείας μετά τις εκλογές του 2027;
3. Ποιές πρακτικές προσαρμογές οφείλουν να πραγματοποιήσουν οι ελληνικές και κυπριακές ηγεσίες—τόσο στις διμερείς σχέσεις με το Ισραήλ όσο και στην θεσμική εμβάθυνση του τριμερούς σχήματος—εν όψει ενδεχομένης πολιτικής αλλαγής στην Ιερουσαλήμ;
Το δοκίμιο αυτό εξετάζει τις επιπτώσεις για την Ελλάδα και την Κύπρο από την πρόσφατα ανακοινωθείσα συμμαχία Bennett–Lapid στην Ισραηλινή πολιτκή σκηνή, με πιθανή πρόσθετη συμμετοχή του Gadi Eisenkot, η οποία αποσκοπεί στην εκτόπιση του Benjamin Netanyahu στις εκλογές του 2026. Υποστηρίζεται ότι η αναδυόμενη αυτή σύμπραξη δεν θα ανέτρεπε τον πυρήνα της στρατηγικής ευθυγραμμίσεως του Ισραήλ με την Αθήνα και τη Λευκωσία, διότι ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου εδράζεται σε συγκλίνοντα δομικά συμφέροντα: τον περιορισμό του τουρκικού αναθεωρητισμού, την ανάπτυξη ενεργειακών διαδρόμων στην Ανατολική Μεσόγειο, και την ενίσχυση της θαλασσίας ασφαλείας από την Αλεξανδρούπολη έως τον Κόλπο του Άντεν. Μία κυβέρνηση Bennett–Lapid–Eisenkot, ωστόσο, πιθανώς θα διαχειριζόταν την ευθυγράμμιση αυτή με μεγαλύτερη διαδικαστική προβλεψιμότητα και με κάπως λιγότερο προσωποποιημένη και πολωτική ρητορική από εκείνη του Netanyahu, ακόμη και αν θα αντιμετώπιζε παρόμοιες πιέσεις από το Ιράν, την εσωτερική πόλωση και τις ενεργειακές και αμυντικές προτεραιότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το δοκίμιο καταλήγει ότι το Ισραήλ δεν δύναται να υποκαταστήσει την ισχυρή ελληνική κρατική ικανότητα ούτε τις ευρωατλαντικές εγγυήσεις ασφαλείας στην αποτροπή του τουρκικού επεκτατισμού, δύναται όμως να αυξήσει σημαντικά το κόστος και την αβεβαιότητα εκβάσεως των τουρκικών κινήσεων, εφόσον το τριμερές σχήμα θεσμοποιηθεί περαιτέρω. Συνιστάται, συνεπώς, η Αθήνα και η Λευκωσία να επιδιώξουν από τώρα την εμβάθυνση των μηχανισμών του σχήματος Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου και να καλλιεργήσουν διακριτικά διαύλους εργασίας με τον νέο σχηματισμό της αντιπολιτεύσεως, πάντοτε με θεσμικό τρόπο, αποφεύγοντας σήματα κομματικής προτιμήσεως είτε υπέρ του Netanyahu είτε υπέρ των αντιπάλων του.

Το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν αναπτύξει κατά την τελευταία δεκαετία μία ανθεκτική στρατηγική σχέση. Η σχέση αυτή επικεντρώνεται στην ενεργειακή συνεργασία, στις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και στο κοινό συμφέρον περιορισμού του τουρκικού αναθεωρητισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Το τριμερές σχήμα Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου, το οποίο έφθασε ήδη στη δέκατη σύνοδό του τον Δεκέμβριο του 2025, αποτελεί μέχρι στιγμής επιτυχή περίπτωση περιφερειακής ευθυγραμμίσεως. Ήδη διαθέτει τη δυνατότητα προβολής επιρροής έως τον Κόλπο του Άντεν μέσω ναυτικού και αεροπορικού συντονισμού (βλ. Η Ευθυγράμιση Ελλάδος-Ισραήλ και Η νότια Παρυφή της Ευρασίας και η Λογική του Στρατηγικού Βάθους).
Η νέα ισραηλινή πολιτική συμμαχία, η οποία ανακοινώθηκε στις 26 Απριλίου 2026 και ενώνει τον Naftali Bennett με τον Yair Lapid, με πιθανή προσχώρηση του Gadi Eisenkot με σκοπό την επικράτηση έναντι του Benjamin Netanyahu, ευλόγως εγείρει ερωτήματα σχετικά με το μέλλον της τριμερούς στρατηγικής συνεργασίας. Θα αποδειχθεί ανθεκτικός ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου; Η ισραηλινή πολιτική για την Ανατολική Μεσόγειο είναι εδραιωμένη; Ο ελληνικός και κυπριακός σχεδιασμός ασφαλείας θα χρειαστεί προσαρμογές εν όψει πιθανής πολιτικής εναλλαγής στην Ιερουσαλήμ;
Το πολιτικό τοπίο του Ισραήλ κατά τα τελευταία έτη χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες εκλογές, κρίσεις γύρω από τη δικαστική μεταρρύθμιση, και εύθραυστους κυβερνητικούς συνασπισμούς λόγω κατατμήσεως του πολιτικού φάσματος. Πέντε εκλογικές αναμετρήσεις πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2019 και 2022. Η χρόνια αυτή αστάθεια επιτάθηκε από τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν και από τις νομικές εκκρεμότητες του νυν πρωθυπουργού Netanyahu.
Το κατά πόσον ο Netanyahu φέρει προσωπική ευθύνη για την αίσθηση «χάους» που πλανάται στο Ισραήλ παραμένει ανοικτό σε συζήτηση. Οι επικριτές τού προσάπτουν απόπειρα αναδιαμορφώσεως της δικαιοσύνης και παράταση του πολέμου στη Γάζα, αμφότερα ως μέσα πολιτικής επιβιώσεως. Οι υποστηρικτές του αντιτείνουν ότι μεγάλο μέρος της αναταραχής αντανακλά τη δομική τοξικότητα της ισραηλινής κομματικής ζωής, το επείγον του ιρανικού πυρηνικού ζητήματος, τις μακροχρόνιες επιταγές των Ηνωμένων Πολιτειών για ενεργειακή κυριαρχία—οι οποίες προηγούνται του Donald Trump και έχουν διακομματικό χαρακτήρα—καθώς και εξωτερικές πιέσεις. Ο Trump δεν είναι ο δημιουργός αυτής της πολιτικής, αν και την υπηρέτησε με ιδιότυπη κυνικότητα και ωμή συναλλακτική διάθεση.
Ο συνασπισμός Bennett–Lapid υπηρέτησε ως τριακοστή έκτη κυβέρνηση του Ισραήλ από τον Ιούνιο του 2021 έως τον Δεκέμβριο του 2022. Για περίπου δεκατέσσερες μήνες διέθετε αποτελεσματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία· κατόπιν συνέχισε σε εύθραυστη μορφή μέχρι την απόφαση διαλύσεως της Knesset στα μέσα του 2022. Η κυβέρνηση εκείνη σχεδιάσθηκε ρητώς ως μηχανισμός διαχειρίσεως της ασταθείας, μέσω εναλλασσομένης πρωθυπουργίας και ενός εσκεμμένως ετερογενούς συνασπισμού με πρόσημο «αντι-Netanyahu». Για τα πρόσφατα ισραηλινά δεδομένα, λειτούργησε για σημαντικό χρονικό διάστημα, προτού καταρρεύσει υπό το βάρος της αριθμητικής ευθραυστότητος της πλειοψηφίας της.
Ο συνασπισμός του 2021–22 επέδειξε πρακτική συνέχεια έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου. Δεν υπήρξαν αποσταθεροποιητικές μεταβολές στον βασικό προσανατολισμό:
Το τριμερές σχήμα διατήρησε τη δυναμική του. Οι συναντήσεις κορυφής συνεχίσθηκαν και κοινά έργα προχώρησαν, περιλαμβανομένων των ηλεκτρικών διασυνδέσεων και της ερεύνης για φυσικό αέριο. Οι πρωτοβουλίες αυτές οικοδομήθηκαν επί θεμελίων που είχαν τεθεί πριν από το 2021, όμως ο Lapid, ως υπουργός Εξωτερικών και αργότερα ως πρωθυπουργός, προσέδωσε στη διαδικασία πιο εμφανή διπλωματικό και ευρωπαϊκό τόνο.
Η στρατιωτική συνεργασία διευρύνθηκε. Οι ασκήσεις Noble Dina, οι ετήσιες πολυεθνικές ναυτικές και αεροπορικές ασκήσεις υπό ισραηλινή ηγεσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διευρύνθηκαν το 2022. Η Noble Dina περιλαμβάνει το Ισραήλ, την Ελλάδα, την Κύπρο και συχνά άλλους εταίρους, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Οι ασκήσεις επικεντρώνονται στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, στην προστασία ναυσιπλοΐας και υπερακτίων ενεργειακών υποδομών, καθώς και σε επιχειρήσεις ερεύνης και διασώσεως. Έχουν ουσιαστικά καταστεί το κύριο επιχειρησιακό εργαλείο του άξονος ασφαλείας Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου και ενσωματώνουν ολοένα περισσότερο σενάρια Αιγαίου και Κύπρου, τα οποία είναι εμμέσως σχεδιασμένα με την Τουρκία κατά νουν.
Η προσέγγιση έναντι της Τουρκίας και της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου παρέμεινε σταθερή. Ο συνασπισμός δεν απάλυνε την ισραηλινή αντίθεση προς το αναθεωρητικό τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδος». Το προφίλ του Bennett ως προς την ασφάλεια ταίριαζε καλά με τις ελληνικές ανάγκες αποτροπής, ενώ ο Lapid απέφυγε το περισσότερο προσωποποιημένο ρητορικό ύφος του Netanyahu, που συχνά επιφέρει κλιμάκωση εντάσεων.
Δεν υπάρχει ένδειξη προθέσεως του Bennett ή του Lapid να υποβαθμίσουν τις σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο. Οι διμερείς και τριμερείς ρυθμίσεις αντανακλούν συγκλίνοντα συμφέροντα στην ασφάλεια των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών και στην ενεργειακή διαφοροποίηση. Οι εξελίξεις μετά το τέλος του παλαιού συνασπισμού Bennett-Lapid, όπως η ενεργειακή συμφωνία Ελλάδος–Ισραήλ του 2024 και η απόφαση ενισχύσεως των τριμερών ασκήσεων με την Κύπρο από το 2026 και εφ’ εξής, πρέπει να ιδωθούν περισσότερο ως εκφράσεις ήδη παγιωμένων συμφερόντων παρά ως δημιουργήματα ενός μόνου ηγέτη. Εάν ο Bennett και ο Lapid επιστρέψουν στην εξουσία, οι προηγούμενες πολιτικές τους υποδεικνύουν ότι οποιαδήποτε επανεκτίμηση αυτών των ρυθμίσεων θα αποσκοπούσε σε εδραίωση και εμβάθυνση, όχι σε ανατροπή.
Η «σταθερότητα» στην ισραηλινή πολιτική είναι πάντοτε σχετική. Το αναλογικό εκλογικό σύστημα και ο χρόνιος κατακερματισμός του κομματικού τοπίου καθιστούν σχεδόν απαραίτητες τις κυβερνήσεις συνεργασίας, οπότε οι επαναλαμβανόμενες πολιτικές κρίσεις είναι αναμενόμενες. Η κυβέρνηση Bennett–Lapid του 2021 κατασκευάσθηκε ρητώς ως μηχανισμός διαχειρίσεως αυτής της συνθήκης. Στηρίχθηκε στην εναλλασσομένη πρωθυπουργία και σε μία εσκεμμένως ευρεία διάταξη «αντι-Netanyahu», η οποία εκτεινόταν από την κεντροδεξιά έως και μέρος της αριστεράς, και περιέλαβε για πρώτη φορά στην ισραηλινή ιστορία και αραβικό κόμμα. Για τα Ισραηλινά μέτρα του προσφάτου παρελθόντος, κατόρθωσε να λειτουργήσει για σημαντικό διάστημα, αλλά τελικώς υπέκυψε στη αριθμητική ευθραυστότητα της πλειοψηφίας της.
Η αναδυόμενη προσπάθεια ανασυστάσεως παρομοίου πολιτικού σχηματισμού, αυτή τη φορά με ευρύτερη βάση και με τη συμμετοχή του Eisenkot, δεν μπορεί να καταργήσει τους δομικούς περιορισμούς του συστήματος. Μπορεί όμως να τους αμβλύνει σε κάποιον βαθμό. Ειδικότερα, ένας πιο ευρύς συνασπισμός θα μπορούσε να περιορίσει την έκταση στην οποία μικρά ακροδεξιά κόμματα διαθέτουν δικαίωμα ουσιαστικού βέτο σε κρίσιμες αποφάσεις. Για τους Έλληνες και Κυπρίους πολιτικούς σχεδιαστές, το ερώτημα δεν είναι αν το Ισραήλ καθίσταται «σταθερό» με την απόλυτη έννοια, αλλά αν οι εσωτερικές του ρυθμίσεις επιτρέπουν την άσκηση συνεπούς εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής χωρίς χρονοτριβή κατά την λήψη αποφάσεων, ώστε να εξυπηρετείται απρόσκοπτα ο αμυντικός και ενεργειακός σχεδιασμός.
Κάθε εκτίμηση για το μέλλον του άξονος Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου πρέπει να εντάσσεται στην ευρύτερη αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν. Στο επίπεδο της δομής, η Ουάσιγκτον βρίσκεται πλέον μπροστά σε δύο βασικές επιλογές έναντι του Ιράν. Και οι δύο, με διαφορετικό ρυθμό και κόστος, οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: στη σταδιακή αποδυνάμωση της άμεσης αμερικανικής κυριαρχίας στον Περσικό Κόλπο και της δυνατότητας στήριξης του συστήματος του πετροδολαρίου, στο οποίο βασίζεται η αμερικανική ηγεμονία.
Στην πρώτη περίπτωση, την οδό της ελεγχομένης ασαφείας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν διατηρούν το σχήμα των προσχηματικών διαπραγματεύσεων υπό καθεστώς απειλών, ενδεχομένως και εχθροπραξιών. Στην πράξη, πρόκειται για σταδιακή αμερικανική απεμπλοκή, η οποία επιχειρεί να παρουσιασθεί ως επιτυχία: ότι δήθεν ετέθησαν όρια, ότι καθυστέρησε το πυρηνικό πρόγραμμα και διατηρήθηκε η αποτροπή. Το Ιράν, σε αυτή την περίπτωση, δεν ηττάται. Παραμένει τραυματισμένο αλλά λειτουργικό. Διατηρεί επαρκή μέσα, συμβατικά και ασύμμετρα, ώστε να απειλεί ενεργειακές υποδομές και θαλάσσιες γραμμές, όπως έχει ήδη αποδείξει. Ταυτοχρόνως, περιορίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, είτε με απ΄ ευθείας απαίτηση, είτε εκβιάζοντας τις Αραβικές μοναρχίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες στρέφουν σταδιακά την προσοχή τους αλλού και ο Κόλπος παύει να είναι χώρος μονοπολικού ελέγχου. Η αδυναμία πλήρους προστασίας των ενεργειακών υποδομών από τις ΗΠΑ είναι ήδη εμφανής.
Στη δεύτερη περίπτωση, την οδό της υπερεκτάσεως, η Ουάσιγκτον οδηγείται σε εκτεταμένη στρατιωτική εμπλοκή με χερσαίες δυνάμεις. Αυτό μπορεί ναν συμβεί είτε από κακό υπολογισμό, είτε επειδή το Ιράν θα καταφέρει να εξαντλήσει με παρελκύσεις την υπομονή του Προέδρου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Ιράν θα αξιοποιήσει την πιο εμφανή αδυναμία του συστήματος: την ευαλωτότητα των υποδομών των μοναρχιών του Κόλπου. Συνδυασμένα πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, λιμένες και κρίσιμες υποδομές, θα κατέστρεφαν τις οικονομίες αυτές, ενώ παραλλήλως θα επιβαρυνόταν η παγκόσμιος οικονομία, χωρίς καμμία προοπτική να προκύψει σταθερή τάξη. Το αμερικανικό κύρος θα υποστεί σοβαρό πλήγμα και η αποχώρηση θα ήταν τελικά αναπόφευκτη. Το αποτέλεσμα θα ήταν ουσιαστικά το ίδιο με το πρώτο σενάριο, αλλά μέσω καταστροφικής διαδρομής. Το Ιράν θα επιβίωνε και θα εμφανιζόταν ως νικητής, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εγκατέλειπαν την προσπάθεια ελέγχου της ενεργειακής ροής του Κόλπου. Αυτό θα υπονόμευε και τη θέση του δολλαρίου ως παγκοσμίου αποθεματικού και πετρελαϊκού νομίσματος.
Σε αμφότερα τα σενάρια, η περιφερειακή ισορροπία συγκλίνει προς μία διάταξη όπου το Ισραήλ και το Ιράν αναδεικνύονται ως οι δύο βασικοί πόλοι. Οι μοναρχίες του Κόλπου θα αναγκασθούν να κινηθούν ευέλικτα, είτε ευθυγραμμιζόμενες επιλεκτικά είτε διαμοιράζοντας τον προσανατολισμό τους. Η Τουρκία, από την πλευρά της, είναι απίθανο να προσδεθεί σταθερά σε κάποιον από τους δύο πόλους. Η μέχρι σήμερα συμπεριφορά της δείχνει ότι θα συνεχίσει να κινείται μεταξύ των δύο, επιδιώκοντας πλεονεκτήματα και από τις δύο κατευθύνσεις. Έτσι διαμορφώνεται μία τριγωνική ισορροπία μεταξύ Ισραήλ, Ιράν και Τουρκίας, με έντονο ανταγωνισμό, περιορισμένη συνεργασία και μόνιμη δυσπιστία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Για το Ισραήλ, η Ανατολική Μεσόγειος, Ελλάς και η Κύπρος, προσφέρουν σταθερότητα, πρόσβαση και συνέχεια προς την Ευρώπη. Το ερώτημα δεν είναι αν το Ισραήλ χρειάζεται αυτόν τον άξονα, αλλά πόσο αναγκαίος αυτός θα καταστεί. Η τάση δείχνει προς την εμβάθυνση, ιδίως εάν το Ισραήλ επιδιώξει να διασφαλίσει παρουσία από τη Μεσόγειο έως την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν, όπως δηλώνει η διπλωματική του κίνηση να αναγνωρίσει τη Σομαλιλάνδη (βλ. Σομαλιλάνδη: Η Πολιτική της Διεθνούς Αναγνωρίσεως).
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, οι συνέπειες είναι διπλές. Από τη μία πλευρά, η αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στον Κόλπο αυξάνει τον οικονομικό κίνδυνο, ιδίως λόγω της εξάρτησης από το παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο και την ενέργεια. Από την άλλη, ενισχύει το κίνητρο του Ισραήλ να επενδύσει περισσότερο στη σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο. Ο άξων δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως περιφερειακή συνεργασία, αλλά ως σύνδεσμος μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου, Ευρώπης και θαλασσίων οδών προς την Ασία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όσο περισσότερο η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν οδηγείται σε ισορροπία δύο περιφερειακών πόλων με περιορισμένο αμερικανικό ρόλο, τόσο αυξάνεται η σημασία του άξονος Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου. Έργα συνδεσιμότητας, όπως το IMEC, παραμένουν θεωρητικά εφικτά, αλλά η υλοποίησή τους θα εξαρτηθεί από το επίπεδο σταθερότητας που θα επικρατήσει.
Από αυτή τη σκοπιά, το κρίσιμο ζήτημα για την Αθήνα και τη Λευκωσία δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «νικήσουν» ή θα «ηττηθούν» στο Ιράν, αλλά πόσο γρήγορα θα περιορισθεί ο ρόλος της Ουάσιγκτον στον Περσικό Κόλπο, με ποιό κόστος θα γίνει αυτό, και πώς θα αναπροσαρμόσει το Ισραήλ τη θέση του μέσα σε ένα λιγότερο αμερικανοκεντρικό περιφερειακό σύστημα (βλ. Papastavrou, 2026, σελ. 446-450).
Εάν η αμερικανική υποχώρηση λάβει τη μορφή ελεγχομένης μειώσεως παρουσίας και όχι καταστροφικής υπερεκτάσεως, η Ελλάς και η Κύπρος θα έχουν περισσότερο χρόνο να ενισχύσουν τον άξονα με το Ισραήλ και να τον εντάξουν σε ευρύτερα ευρωπαϊκά και, όπου είναι εφικτό, αραβικά σχήματα. Η στρατηγική λογική είναι απλή: σε μία περιοχή όπου το Ισραήλ, το Ιράν και η Τουρκία θα λειτουργούν ως οι τρεις κύριες μη αραβικές δυνάμεις, και όπου οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου θα παραμένουν ευάλωτες, το τρίγωνο Ελλάδος–Κύπρου–Ισραήλ προσφέρει στην Αθήνα μία από τις λίγες σχετικά σταθερές δομές συνδέσεως με την Ανατολική Μεσόγειο και τη νότια Ευρασιατική παρυφή.
Υπό αυτό το πρίσμα, ένας συνασπισμός Bennett–Lapid–Eisenkot δεν εμφανίζεται δυσμενής για την Ελλάδα και την Κύπρο. Θα μπορούσε μάλιστα να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στη διαχείριση της τριμερούς σχέσεως. Ωστόσο, και μία νέα κυβέρνηση Netanyahu θα συνέχιζε να υπηρετεί την ίδια βασική δομική λογική, διότι η αξία του άξονος Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου υπερβαίνει τα πρόσωπα που κυβερνούν στην Ιερουσαλήμ.
Καθώς η Ελλάς πλησιάζει το εκλογικό έτος 2027, η εσωτερική πολιτική σκηνή εισάγει πρόσθετο επίπεδο αβεβαιότητος στη στρατηγική εικόνα. Οι δημοσκοπήσεις τοποθετούν τη Νέα Δημοκρατία περίπου στο τριάντα τοις εκατό των ψήφων, με προβάδισμα δεκαεπτά περίπου ποσοστιαίων μονάδων έναντι του PASOK, το οποίο φαίνεται καθηλωμένο περίπου στο δεκατρία τοις εκατό, με μικρές διακυμάνσεις. Αυτό παράγει μία παράδοξη διάταξη: ένα κυβερνών κόμμα σαφώς ισχυρότερο από κάθε αντίπαλο, αλλά όχι αρκετά ισχυρό ώστε να εγγυηθεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μετεκλογική σταθερότητα. Υπό τέτοιες συνθήκες, ο κίνδυνος επαναλαμβανομένων εκλογών και παρατεταμένων περιόδων υπηρεσιακής διακυβερνήσεως καθίσταται πολύ πιθανός, ιδίως εάν τμήματα της αντιπολιτεύσεως κατορθώσουν να συντονισθούν έστω μερικώς ή εάν, ακόμη χειρότερα, αναδυθούν νέα πολιτικά κόμματα.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, τίθεται το ερώτημα αν ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου, ακόμη και σε ώριμη μορφή, θα αρκούσε για να αποτρέψει μία αναθεωρητική Τουρκία από το να δοκιμάσει όρια στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Η απάντηση πρέπει να είναι αναγκαστικά συγκρατημένη. Το Ισραήλ και η Κύπρος μαζί μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την αποτρεπτική στάση της Ελλάδος. Το Ισραήλ συνεισφέρει αεροναυτική εμβέλεια, δυνατότητες πληροφοριών και μεταφορές τεχνολογίας. Η Κύπρος παρέχει πρόσθετη πλατφόρμα και βάθος. Κοινές ασκήσεις, μαζί με την ελληνική συμμετοχή στη Noble Dina, προσφέρουν αξιόπιστη επίδειξη συνδυασμένης ετοιμότητος στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι παράγοντες αυτοί, ωστόσο, δεν ισοδυναμούν με χερσαία παρουσία ή με αυτόματη εγγύηση συλλογικής αμύνης ικανή από μόνη της να αποτρέψει την Άγκυρα από τη δοκιμή ορίων. Η κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996, όταν η Τουρκία επέλεξε να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία επί δύο μικροσκοπικών βραχονησίδων λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κώστα Σημίτη και ενώ οι εσωτερικές συγκρούσεις ισχύος εντός του PASOK παρέμεναν άλυτες, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα μπορεί να εκμεταλλευθεί στιγμές πολιτικής μεταβάσεως και αβεβαιότητος στην Αθήνα. Σε ένα μελλοντικό σενάριο παρατεταμένης υπηρεσιακής διακυβερνήσεως ή κατακερματισμένων κοινοβουλίων, τα κίνητρα για φιλόδοξες Τουρκικές δοκιμές θα ήταν ακόμη ισχυρότερα.
Η πρακτική σημασία είναι σαφής: ο άξων Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου μπορεί να αυξήσει το κόστος και την αβεβαιότητα για την Τουρκία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευρύτερη αρχιτεκτονική δυτικών εγγυήσεων ασφαλείας, αλλά προ παντός την ισχυρή ιδία βούληση και ικανότητα αποτροπής. Σε συνθήκες ελληνικής πολιτικής παραλύσεως, ένα ώριμο και λειτουργικό τριμερές πλαίσιο—με τακτικές κοινές ασκήσεις, διαλειτουργικότητα αεροπορικών μέσων και παρουσία σε κρίσιμους θαλασσίους διαδρόμους—θα ενίσχυε την αποτροπή και θα περιόριζε τα περιθώρια κινήσεων της Αγκύρας. Δεν αίρει, όμως, την ανάγκη αξιόπιστης στρατιωτικής ετοιμότητος και δυνατότητος αμέσου αντιδράσεως, ούτε την ενεργοποίηση ευρύτερων συμμαχικών μηχανισμών, όπου απαιτείται.
Κατά συνέπεια, δεν πρέπει επ΄ ουδενί να εκλαμβάνεται η συνεργαία με το Ισραήλ ως ασφάλεια της Ελλάδος, αλλά ως απλός πολλαπλασιαστής ισχύος. Η εθνική άμυνα με την έννοια του ενιαίου αμυντικού δόγματος είναι η μεγίστη δυνατή ασφάλεια. Υπό αυτό το πρίσμα, η διαφορά μεταξύ μίας κυβερνήσεως Bennett–Lapid–Eisenkot και μίας νέας κυβερνήσεως Netanyahu εντοπίζεται κυρίως στο ύφος και στην προβλεψιμότητα, όχι στην ουσία: και οι δύο θα διατηρούσαν τη στρατηγική αξία του τριμερούς σχήματος, με την πρώτη να εμφανίζεται ελαφρώς πιο συνεπής στη διαχείριση κρίσεων και λιγότερο επιρρεπής σε απότομες διπλωματικές μεταβολές και εντυπωσιακές δηλώσεις.
Μία κυβέρνηση Bennett–Lapid–Eisenkot δεν θα άλλαζε τη στρατηγική κατεύθυνση του Ισραήλ έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου. Θα διατηρούσε τον άξονα Ισραήλ–Ελλάδος–Κύπρου και πιθανότατα θα τον διαχειριζόταν με μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Η διαφορά με τον Netanyahu αφορά κυρίως το ύφος, όχι την ουσία.
Το τριμερές σχήμα έχει ήδη υπερβεί το στάδιο της συμβολικής συνεργασίας. Λειτουργεί ως σταθερός μηχανισμός συντονισμού σε τομείς αποτροπής, ενεργείας και ασφαλείας, και ως δυτική αγκύρωση του διαρκώς απειλουμένου Ισραήλ. Αυτή η λειτουργία δεν εξαρτάται από πρόσωπα, αλλά από συγκλίνοντα συμφέροντα.
Ταυτόχρονα, τα όριά του είναι σαφή. Ο άξων μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή και να περιπλέξει τον τουρκικό σχεδιασμό, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε την αμυντική βούληση της χώρας, ούτε τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Σε συνθήκες εσωτερικής ασταθείας στην Αθήνα, η αξία του είναι ενισχυτική, όχι καθοριστική.
Κατά συνέπεια, η ελληνική και κυπριακή πολιτική οφείλει να κινηθεί σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: Πρώτον, να επιταχύνει τη θεσμοποίηση του τριμερούς σχήματος, ώστε αυτό να λειτουργεί ως ώριμη στρατηγική πλατφόρμα σε περίοδο κρίσεως. Δεύτερον, να διατηρεί ανοικτούς διαύλους με όλες τις ισραηλινές πολιτικές δυνάμεις, χωρίς εμφανή ταύτιση. Η προσαρμογή σε ενδεχομένη πολιτική εναλλαγή στην Ιερουσαλήμ πρέπει να είναι έγκαιρη και διακριτική—όχι εκ των υστέρων και υπό πίεση.
Editorial. (2026). Members of Israel's Right in talks to form new party as alternative to Likud. The Jerusalem Post. Full article
Eisen, N., Patel, M., Smith, K. (2023). The corruption and autocracy nexus: The case of “King Bibi”. Brookings. Full article
Foldes, Y. (2026). 'Our Unity Is a Message' Ex-PMs Bennett, Lapid Merge Parties Ahead of 2026 Election in Bid to Oust Netanyahu. Haaretz. Full article
Gazit, R. (2021). The Bennett-Lapid Government and Regional Priorities: Change or Continuity? Britain Israel Communications and Research Centre. Full article
Gjevori, E. (2026). Is the Eastern Mediterranean becoming Israel’s new front against Turkiye?. Al Jazeera Centre for Studies. Full article
Jerusalem, PS. (2026). Members of Israel's Right in talks to form new party as alternative to Likud. The Jerusalem Post. Full article
Karmel, A. (2026). Bennett-Lapid reunion jolts electoral race, but path to unseating Netanyahu elusive as ever. The Times of Israel. Full article
Koşak, Ç. (2026). The Role of the Israel-Greece Axis in the Region and in International Politics. TÜRKİYE RESEARCH FOUNDATION. Full article
Lattin, R. (2026). Analysis: Greece’s courting for Israel. Foreign Policy Association. Full article
Mekel, A. (2016). A New Geopolitical Bloc is Born in the Eastern Mediterranean: Israel, Greece and Cyprus. BESA-The Begin-Sadat Centre for Strategic Studies. Full article
Nirman, A., Zilberberg, E. (2026). Bennett, Lapid to unite parties ahead of elections. Israel Hayom. Full article
Papastavrou A-T (2026). Thucydidean Geopolitics for the educated layperson. pp 446-450. Ἡδυέπεια (Editors). Link
Reuters. (2025). Greece, Israel and Cyprus to step up joint exercises in eastern Mediterranean. Reuters. Full article
Scheindlin, D. (2018). Netanyahu’s Troubling Legacy. Carnegie Endowment for International Peace. Full article
Wertman, O. (2026). The Bennett-Lapid alliance: Success or a failure? The Jerusalem Post. Full article