EN | GR

Στρατηγικός στοχασμός: Η σημασία της ελλιπούς κυριαρχίας του Λιβάνου


Το δοκίμιο αυτό προσπαθεί να απαντήσει στην ερώτηση: Πώς θα μπορούσε το Ισραήλ να αποδυναμώσει ουσιωδώς τη Χεζμπολλάχ και να ασφαλίσει το βόρειο σύνορό του με ηπιότερους τρόπους, που να οδηγούν σε μονιμότερη λύση;

Περίληψη

Το δικαίωμα του Ισραήλ να αμύνεται απέναντι στις χιλιάδες επιθέσεις που δέχεται από λιβανικό έδαφος μέσω της υποστηριζόμενης από το Ιράν Χεζμπολλάχ είναι πλήρως θεμιτό και η άσκησή του αναγκαία. Κανένα κράτος δεν μπορεί να ανεχθεί επ’ αόριστον ένα βαριά οπλισμένο μη κρατικό μηχανισμό, εγκατεστημένο στα σύνορά του, ο οποίος λειτουργεί ουσιαστικά ως “κράτος εν κράτει”. Ο Λίβανος, όμως, παραμένει ένα εύθραυστο κράτος, με ανομοιογενή και πολυομολογιακό πληθυσμό, με ασθενείς θεσμούς και περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες, γεγονός που καθιστά την εξουδετέρωση της Χεζμπολλάχ εξαιρετικά δύσκολη. Η κατάσταση προσομοιάζει με καρκίνο που έχει καταλάβει το σώμα της λιβανικής πολιτείας. Πολλοί Λιβανέζοι—ιδίως Μαρωνίτες, Σουνίτες και Δρούζοι—κατανοούν πλέον ότι η ανεξέλεγκτη και ετεροκαθοριζόμενη στρατιωτική δράση της Χεζμπολλάχ έχει επανειλημμένως σύρει τη χώρα σε καταστροφικούς πολέμους, με βαρύ τίμημα για την κυριαρχία, την οικονομία και τους αμάχους.

Οι εκ μέρους του Ισραήλ στοχευμένες στρατιωτικές ενέργειες είναι απολύτως αναγκαίες για την άμεση εξασφάλιση των βορείων συνόρων του, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν για μία μονιμότερη λύση. Το Ισραήλ θα μπορούσε να ενισχύσει τα αποτελέσματα των επιχειρήσεών του αν καλλιεργούσε σχέσεις εμπιστοσύνης με εκείνες τις λιβανικές δυνάμεις που θέλουν ένα κυρίαρχο και σταθερό κράτος, ελεύθερο από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τεχεράνης. Η διακριτική διπλωματία, τα κίνητρα ανοικοδομήσεως συνδεδεμένα με την κρατική εξουσία και η ενίσχυση των Λιβανικών Ενόπλων Δυνάμεων θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επέκταση της κυριαρχίας νοτίως του ποταμού Λιτάνι και στην πολιτική απομόνωση της Χεζμπολλάχ. Ο Λίβανος και το Ισραήλ μοιράζονται επίσης βαθύτερες λεβαντινικές και μεσογειακές πολιτισμικές καταβολές, οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως γέφυρα μεταξύ των δύο λαών. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Ισραήλ έχει συμφέρον να συνδυάσει τη σταθερότητα και την ισχύ με μια πιο σύνθετη πολιτική στρατηγική, ικανή να οδηγήσει όχι σε αέναη ανάγκη επεμβάσεως, αλλά στην αποκατάσταση ενός λιβανικού κράτους να επιβάλει την κυριαρχία του. Ομοίως, ο Λίβανος έχει συμφέρον να συνεργασθεί με το Ισραήλ πριν η ροή των πραγμάτων επεκτείνει την καταστροφή. Η συνεργασία θα εξυπηρετούσε μεσομακροπρόθεσμα και τους δύο λαούς, ιδιαίτερα εν όψει των μεταβολών που κυοφορούνται στο περιφερειακό περιβάλλον.

Το δοκίμιο αυτό είναι συμπληρωματικό του δοκιμίου: “Τα Όρια της Κυριαρχίας: Το Λιβανικό Δίλημμα και το Ερώτημα της Εκβάσεως” .


Εισαγωγή

Το δικαίωμα του Ισραήλ να προστατεύει τους πολίτες του και την ίδια του την ύπαρξη απέναντι σε επαναλαμβανόμενες επιθέσεις από λιβανικό έδαφος είναι αυτονόητο (βλ. Υποσημείωση 1). Κανένα κυρίαρχο κράτος δεν μπορεί λογικά να αποδεχθεί ότι κατά μήκος των συνόρων του έχει παγιωθεί ένας βαριά οπλισμένος μη κρατικός δρών, ο οποίος λειτουργεί ως προέκταση μιας ξένης στρατηγικής, στην προκειμένη περίπτωση της ιρανικής. Η Χεζμπολλάχ δεν είναι απλώς μια ένοπλη οργάνωση με τοπική επιρροή, είναι ένας μηχανισμός με πολιτική, στρατιωτική και κοινωνική υπόσταση, ο οποίος έχει εγκαθιδρύσει μέσα στον Λίβανο ένα παράλληλο καθεστώς ισχύος. Από αυτή την άποψη, η θέση του Ισραήλ είναι εύλογη: δεν μπορεί να ζητείται από ένα κράτος να ζει μόνιμα υπό καθεστώς διασυνοριακών επιθέσεων με χιλιάδες πυραύλους και αεροχήματα χωρίς να αντιδρά.

Ωστόσο, το ότι το Ισραήλ έχει δίκαιο ως προς την ανάγκη αυτοάμυνας δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του Λιβάνου επιδέχεται απλή λύση. Εδώ ακριβώς αρχίζει η στρατηγική δυσκολία. Ο Λίβανος δεν είναι ένα κανονικό, συνεκτικό κράτος που απλώς αμελεί να επιβάλει την τάξη. Είναι μια εύθραυστη πολιτική κατασκευή για την προστασία της χριστιανικής κοινότητος της περιοχής, αρχικώς υπό Γαλλική κηδεμονία. Το εκ κατασκευής ασθενικό λιβανικό κράτος, μετά την αρχική του επιτυχία, καθηλώθηκε βαθμιαίως μέσα σε θρησκευτικές ομολογιακές ισορροπίες, θεσμική αδυναμία, οικονομική αποσύνθεση και περιορισμένη κρατική ικανότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Χεζμπολλάχ λειτουργεί από μακρού ως κλασικό “κράτος εν κράτει”, με ισχυρή κοινωνική διείσδυση σε μέρος του πληθυσμού, δική της στρατιωτική υποδομή, εξωτερική χρηματοδότηση και εμπειρία πολέμου. Αν κανείς αναζητεί μια εικόνα για να περιγράψει αυτή την πραγματικότητα, η εικόνα της κακοήθους νόσου είναι ίσως η πιο κοντινή. Δεν έχει νόημα να κατηγορεί κανείς ένα εξαντλημένο οργανισμό επειδή νοσεί από έναν ήδη εγκατεστημένο καρκίνο. Μπορεί να τον κατηγορήσει ίσως γιατί δεν έλαβε εγκαίρως προληπτικά μέτρα, όταν όμως η νόσος έχει προχωρήσει τόσο, το να απαιτείται από τον ίδιο οργανισμό να αυτοθεραπευθεί επειγόντως, χωρίς εξωτερική στήριξη είναι απλώς εξωπραγματικό, πολλώ δε μάλλον όταν υφίσταται και στρατιωτικά πλήγματα κατά αμάχων.

Ο Λίβανος ως όμηρος της Χεζμπολλάχ

Το μεγάλο σφάλμα πολλών αναλύσεων είναι ότι συγχέουν το κανονιστικό με το πραγματικό. Από νομικής και πολιτειακής απόψεως, το Λιβανικό κράτος όφειλε να έχει από καιρό διασφαλίσει το μονοπώλιο της ενόπλου ισχύος. Αυτό είναι σωστό. Από στρατηγικής, όμως, απόψεως, η ικανότητά του να το πράξει ήταν και είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η Χεζμπολλάχ δεν μπορεί να αφοπλισθεί με μια απλή πολιτική απόφαση της Βηρυτού. Η απόπειρα βιαίας εσωτερικής αναμετρήσεως θα μπορούσε να οδηγήσει, όχι σε αποκατάσταση της κρατικής κυριαρχίας, αλλά σε διάλυση του ίδιου του Λιβάνου και εγκατάσταση της Χεζμπολλάχ ως de facto κρατικής εξουσίας τύπου Χαμάς στη Γάζα. Και τότε το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν θα ήταν ένας πιο υγιής Λίβανος, αλλά ένα ακραίο και απολύτως ανεξέλεγκτο ισλαμιστικό μόρφωμα.

Η ηγεσία του Λιβάνου γνωρίζει, σε μεγάλο βαθμό, τη φύση του προβλήματος. Δεν είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Είναι ότι δεν διαθέτει την απαιτούμενη ισχύ για να τον αντιμετωπίσει ευθέως, και όπως όλες οι δημοκρατίες, είναι έρμαιο των πολιτικών ισορροπιών (βλ. Υποσημείωση 2). Από αυτή την άποψη, η δημόσια καταγγελία του λιβανικού κράτους από ισραηλινής πλευράς, όταν γίνεται χωρίς διάκριση ανάμεσα στο επίσημο κράτος και στη Χεζμπολλάχ, δεν μπορεί να έχει παραγωγικό αποτέλεσμα διότι διαφεύγει το κεντρικό σημείο: ότι ο Λίβανος δεν είναι πλήρως αυτεξούσιος στο εσωτερικό του. Είναι σε μεγάλο βαθμό όμηρος των ισορροπιών.

Η μετατόπιση της λιβανικής κοινής γνώμης

Παρά την αδυναμία του κράτους, υπάρχουν εξελίξεις που δημιουργούν ένα περιορισμένο αλλά υπαρκτό παράθυρο ευκαιρίας. Τα δεδομένα της ανοίξεως του 2025 δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της λιβανικής κοινωνίας, και ιδίως οι Χριστιανοί, οι Σουνίτες και οι Δρούζοι, τείνουν πλέον να απορρίπτουν την ιδέα ότι η Χεζμπολλάχ μπορεί να συνεχίσει να διατηρεί ανεξάρτητη στρατιωτική ισχύ. Το εύρημα ότι σχεδόν το 80% των Λιβανέζων συνολικώς, και συντριπτικές πλειοψηφίες μεταξύ των μη σιιτικών ομάδων, θεωρούν ότι μόνο ο εθνικός στρατός πρέπει να έχει όπλα είναι στρατηγικά εξαιρετικά σημαντικό.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η Χεζμπολλάχ έχει αρχίσει να φθείρει την ίδια τη νομιμοποίησή της έξω από τη σιιτική της βάση. Πολλοί Λιβανέζοι αντιλαμβάνονται πια ότι η ανεξάρτητη στρατιωτική στάση της οργάνωσης δεν προστατεύει τη χώρα, αλλά την εκθέτει επανειλημμένα σε πόλεμο, καταστροφή και διεθνή απομόνωση. Η επιβάρυνση για την κυριαρχία του Λιβάνου, για την οικονομία του, για τις υποδομές του και για την ασφάλεια των αμάχων είναι τεράστια. Κάθε νέος κύκλος συγκρούσεως ενισχύει την αίσθηση ότι η χώρα δεν κυβερνάται πραγματικά από τους δικούς της θεσμούς, αλλά σέρνεται από στρατηγικές αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.

Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Αν ένα μεγάλο μέρος της λιβανικής κοινωνίας θεωρεί πλέον τη Χεζμπολλάχ όχι ως εγγυητή, αλλά ως παράγοντα αποσταθεροποιήσεως, τότε η οργάνωση μπορεί να αποδυναμωθεί όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και πολιτικά. Και αυτή η δεύτερη διάσταση είναι απαραίτητη αν το Ισραήλ επιθυμεί πράγματι διαρκέστερο ειρηνευτικό αποτέλεσμα.

Η κοινή γνώμη στον Λίβανο βαρύνει υπέρ του αφοπλισμού της Χεζμπολλάχ
Η κοινή γνώμη του Λιβάνου επιθυμεί τον αφοπλισμό της Χεζμπολλάχ (Gullup)

Η αναγκαιότητα της ισχύος και τα όρια της καθαρά στρατιωτικής λογικής

Τίποτε από τα ανωτέρω δεν αναιρεί τη στρατιωτική αναγκαιότητα. Το Ισραήλ οφείλει να πλήττει την επιχειρησιακή υποδομή, τη διοίκηση, τα αποθέματα όπλων και τα δίκτυα της Χεζμπολλάχ με ακρίβεια και αποφασιστικότητα. Σε τέτοιες συνθήκες, η αδράνεια δεν είναι αρετή, αλλά παραίτηση. Οι στοχευμένες επιχειρήσεις ακριβείας έχουν αποδείξει ότι μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή φθορά σε έναν τόσο περίπλοκο αντίπαλο. Οι εκρήξεις των βομβητών το 2024 υπήρξαν ένα υποδειγματικό παράδειγμα ευφυούς, ακριβούς και ασύμμετρης αποδιοργανώσεως ενός εχθρικού δικτύου.

Παρά ταύτα, η καθαρά αντεπιθετική λογική έχει σαφή όρια. Μπορεί να επιφέρει βραχυπρόθεσμη ασφάλεια, να εξοντώσει στελέχη, να καταστρέψει αποθήκες και να μειώσει προσωρινά την πίεση. Δεν είναι όμως εις θέσιν να λύσει αφ΄ εαυτής το θεμελιώδες πρόβλημα, δηλαδή το ποιός θα καλύψει το κενό εξουσίας και νομιμοποιήσεως μέσα στον Λίβανο. Αν η Χεζμπολλάχ αποδυναμωθεί στρατιωτικά αλλά δεν ενισχυθούν οι δομές που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την επιρροή της, το κενό θα καλυφθεί αργά ή γρήγορα είτε καθ΄ υποτροπήν από την ίδια, είτε από κάποια νέα παραλλαγή αταξίας.

Η ιστορική εμπειρία είναι σαφής. Οι επανειλημμένες προσπάθειες «αποστειρώσεως» του νοτίου Λιβάνου χωρίς σοβαρή συνέχεια, χωρίς συνεργασία με τις νόμιμες λιβανικές αρχές και χωρίς πολιτική εδραίωση, δεν έδωσαν διαρκές αποτέλεσμα. Οι χώροι που εκκενώνονται στρατιωτικά αλλά δεν πληρούνται θεσμικά, συνήθως επανακαταλαμβάνονται.
Η κατανομή των από αέρος προσβολών των IDF στην Λιβανική επικράτεια
Η κατανομή των από αέρος προσβολών των IDF στην Λιβανική επικράτεια (The Washington Institute for Near East Policy)

Προς μια στρατηγική που να απομονώνει πολιτικά τη Χεζμπολλάχ

Εδώ ακριβώς ανακύπτει η ανάγκη για μια ευρύτερη στρατηγική. Το Ισραήλ δεν έχει συμφέρον μόνο να τιμωρεί τη Χεζμπολλάχ. Έχει συμφέρον να συμβάλει, έστω έμμεσα και διακριτικά, στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την εσωτερική επιβίωση της οργανώσεως. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διακρίνει προσεκτικά ανάμεσα στη Χεζμπολλάχ και εκείνα τα τμήματα της λιβανικής κοινωνίας που επιθυμούν έναν κυρίαρχο, και σταθερό Λίβανο, με κρατικό μονοπώλιο βίας.

Η οικοδόμηση αγαθής διαθέσεως ανάμεσα στις μετριοπαθείς λιβανικές δυνάμεις δεν είναι συναισθηματική χειρονομία. Είναι στρατηγική πράξη. Αν το Ισραήλ κατορθώσει να δείξει, με διακριτό αλλά σαφή τρόπο, ότι δεν επιδιώκει αέναη επιβολή ούτε ταπείνωση του Λιβάνου, αλλά ένα ασφαλές σύνορο και ένα βιώσιμο κράτος στην άλλη πλευρά, τότε θα αφαιρέσει από τη Χεζμπολλάχ ένα μεγάλο μέρος του αφηγήματός της. Η οργάνωση αντλεί δύναμη όχι μόνο από τα όπλα, αλλά και από τον ισχυρισμό ότι είναι ο μόνος υπερασπιστής της χώρας απέναντι στο Ισραήλ. Αν αυτός ο ισχυρισμός υπονομευθεί πολιτικά, η θέση της θα αρχίσει να κλονίζεται σοβαρά.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η διακριτική διπλωματία, τα οικονομικά κίνητρα για ανοικοδόμηση συνδεδεμένα ρητώς με την επέκταση της κρατικής εξουσίας, και ακόμη και μορφές έμμεσης στηρίξεως προς τις Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις—όπως εκπαίδευση, συμβουλευτική συνδρομή ή ενίσχυση ικανοτήτων μέσω τρίτων—θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ χρησιμότερα από μια αποκλειστική προσήλωση στη λογική των συνεχών πληγμάτων. Μια ηπιότερη ισραηλινή επέμβαση δεν θα απεμάκρυνε τη Γαλλία, η οποία θα ήταν ευχαρίστως διατεθειμένη να συνεργασθεί, με κίνητρο την υποστήριξη του κύρους της και των συμφερόντων που διατηρεί εκεί. Το ίδιο και η Ελλάς, η οποία έχει κάθε συμφέρον να το κάνει για να εντάξει και τον Λίβανο στην άλυσσο ασφαλείας Ελλάς-Κύπρος-Ισραήλ. Το ζητούμενο θα ήταν να μπορέσει το λιβανικό κράτος να επεκτείνει πραγματικά την κυριαρχία του νοτίως του Λιτάνι, με τρόπο που να ικανοποιεί ταυτοχρόνως και τις βασικές απαιτήσεις ασφαλείας του Ισραήλ· αυτό το ζητούμενο είναι εφικτό.

Το κόστος του παρατεταμένου πολέμου στις δύο κοινωνίες

Μία σοβαρή στρατηγική δεν οφείλει να σκέπτεται μόνο με όρους επιχειρησιακών αποτελεσμάτων, διότι ενίοτε οι μάχες κερδίζονται με Πύρρειο τρόπο. Οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν και την ηθική, ψυχολογική και κοινωνική φθορά που παράγει ένας παρατεταμένος πόλεμος. Από τη λιβανική πλευρά, η συνεχής εμπειρία καταστροφής, φόβου και ταπεινώσεως γεννά μίσος, πικρία και επιθυμία εκδικήσεως, στοιχεία που καθιστούν δυσκολότερη την ανάδυση μετριοπαθών πολιτικών δυνάμεων. Από την ισραηλινή πλευρά, η επαναλαμβανόμενη ανάληψη καταστροφικών, μη στοχευμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων, ακόμη και όταν είναι επιβεβλημένες από την ανάγκη, δύναται μακροπρόθεσμα να αφήσει ψυχολογικά τραύματα, κόπωση πολέμου, ακόμη και μια βαθύτερη εσωτερική αμηχανία ως προς το τίμημα της ασφαλείας. Το Ισραήλ δεν θα ήθελε μεσοπρόθεσμα να μεταβληθεί σε μια ενοχική, πασιφιστική δύναμη.

Το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται. Ένα έθνος που συσσωρεύει εμπειρίες σκληρότητος και αναγκαστικής βίας, όσο δικαιολογημένες και αν είναι από στρατηγική άποψη, ενδέχεται σε βάθος χρόνου να μεταβάλει δυσμενώς την εσωτερική του αυτοαντίληψη. Και ένας Λίβανος που παραμένει παγιδευμένος στον φαύλο κύκλο καταστροφής και εξαρτήσεως μπορεί να οδηγηθεί όχι σε κρατική ανασύνταξη, αλλά σε ακόμη βαθύτερη ριζοσπαστικοποίηση. Επομένως, η πραγματική στρατηγική επιτυχία δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με καταστροφή στόχων, αλλά και με το αν αποτρέπεται η δηλητηρίαση των κοινωνιών από την αδιάκοπη βία.

Η κοινή λεβαντινική βάση που δεν πρέπει να αγνοείται

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση, που συνήθως παραμερίζεται από τη θερμότητα της συγκυρίας. Ο Λίβανος και το Ισραήλ δεν είναι δύο απολύτως ασύμβατοι κόσμοι. Πίσω από τη σημερινή αντιπαλότητα υπάρχει μια βαθύτερη γεωγραφική και πολιτισμική συγγένεια. Ο Λίβανος οικοδομήθηκε ιστορικά πάνω σε μια φοινικο-μεσογειακή παράδοση θαλάσσιας εξωστρέφειας, εμπορίου, πολιτισμικής ανοικτότητος και πλουραλισμού. Ήταν, πριν από τον εμφύλιο και τις κατοπινές καταστροφές, μία από τις πλέον κοσμοπολίτικες και σύνθετες κοινωνίες της περιοχής. Το Ισραήλ, από τη δική του πλευρά, είναι ένα δυναμικό, τεχνολογικά προηγμένο και δημοκρατικό κράτος, το οποίο επίσης ανήκει στον ευρύτερο λεβαντινικό και μεσογειακό χώρο, έστω σε διαφορετική ιστορική και πολιτική μορφή.

Αυτή η κοινή βάση δεν αίρει τις συγκρούσεις. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως γέφυρα. Εάν το Ισραήλ επιθυμεί να ενισχύσει εκείνες τις λιβανικές φωνές που θέλουν να απελευθερώσουν τη χώρα τους από την ασφυκτική επιρροή της Χεζμπολλάχ και της Τεχεράνης, οφείλει να δείξει ότι βλέπει στον Λίβανο όχι μόνο ως μια ακόμη πηγή κινδύνου, αλλά και ως κοινωνία που θα μπορούσε να ανασυνταχθεί σε πιο φιλική, κυρίαρχη και σταθερή κατεύθυνση. Η επίκληση αυτής της κοινής λεβαντινικής και μεσογειακής παρακαταθήκης δεν είναι ρομαντισμός· μπορεί και πρέπει να είναι εργαλείο πολιτικής προσεγγίσεως.

Η σύγκλιση συμφερόντων και το παράθυρο ευκαιρίας

Ο Λίβανος θα είχε κάθε λόγο να αξιοποιήσει τη σημερινή συγκυρία ως μια σπάνια στιγμή συγκλίσεως συμφερόντων με την Ιερουσαλήμ και να ανακτήσει την πλήρη κυριαρχία του πριν το παράθυρο αυτό κλείσει. Δεν πρόκειται για ιδεαλιστική σύμπτωση, αλλά για πραγματική συνάντηση αναγκών. Ο Λίβανος χρειάζεται να αποκαταστήσει την κρατική του υπόσταση και να εξέλθει από την ομηρία της Χεζμπολλάχ. Το Ισραήλ, αντιστοίχως, χρειάζεται ένα βόρειο σύνορο ήσυχο και ασφαλές, το οποίο να μην εξαρτάται διαρκώς από την περιοδική χρήση ισχύος. Υπάρχει, συνεπώς, ένας ουσιαστικός κοινός παρονομαστής.

Το παράθυρο αυτό δεν θα παραμείνει ανοικτό επ’ άπειρον. Εάν κλείσει—είτε λόγω εσωτερικής ακινησίας στον Λίβανο, είτε λόγω νέας περιφερειακής κλιμακώσεως—η προοπτική μιας σταθερότερης διευθετήσεως θα απομακρυνθεί. Το Ισραήλ, ακριβώς επειδή είναι ώριμη δημοκρατία με αποδεδειγμένο στρατηγικό βάθος, διαθέτει τη δυνατότητα να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση ορθολογικότερων επιλογών εκ μέρους της λιβανικής ηγεσίας, μέσω διακριτικής ενθαρρύνσεως, προσεκτικά βαθμονομημένων κινήτρων και ενός σαφούς οράματος αμοιβαίου οφέλους.

Ένας συνδυασμός σταθερότητος και τέτοιου είδους στοχευμένης προσεγγίσεως προς δυνητικούς εσωτερικούς εταίρους θα μπορούσε να επισπεύσει την επιστροφή της ηρεμίας στα σύνορα—όχι επειδή το Ισραήλ θα αναγκάζεται να την επιβάλλει διαρκώς, αλλά επειδή ένα ικανό λιβανικό κράτος θα είναι σε θέση να την διασφαλίσει αυτοτελώς. Σε ένα περιβάλλον μεταβαλλομένων περιφερειακών ισορροπιών, όπου εξωγενείς παράγοντες, όπως το Ιράν, υφίστανται και αυτοί πιέσεις, μια τέτοια σύνθετη στρατηγική ενδέχεται να αποτελεί την αποτελεσματικότερη οδό προς ένα ασφαλέστερο και σταθερότερο μέλλον και για τους δύο λαούς. Όσοι πράγματι επιθυμούν ένα ισχυρό Ισραήλ και έναν κυρίαρχο Λίβανο διακρίνουν αξία σε αυτήν την ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία συνδυάζει νηφάλια εκτίμηση της πραγματικότητος, λελογισμένη χρήση ισχύος, και επένδυση στις υπάρχουσες πολιτικές και πολιτισμικές καταβολές.

Εντούτοις, υπό τις παρούσες συνθήκες, από την οπτική του Ισραήλ, η ενσωμάτωση του λιβανικού μετώπου σε οποιαδήποτε ιρανοαμερικανική ανακωχή—όπως εκείνη της 8ης Απριλίου 2026—θα ενείχε σημαντικό στρατηγικό κίνδυνο. Μια προσωρινή αποκλιμάκωση θα μπορούσε να προσφέρει στη Χεζμπολλάχ τον αναγκαίο χρόνο για αναδιοργάνωση και εδραίωση της θέσεώς της· ενώ ακόμη και στην περίπτωση εξελίξεως της ανακωχής σε πιο σταθερή διευθέτηση, η δομική απειλή που αυτή συνιστά θα παρέμενε ουσιαστικώς ανεπίλυτη.

Συμπέρασμα

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβάλλονται, και ακόμη και εξωτερικοί πάτρωνες, όπως το Ιράν, αντιμετωπίζουν δικές τους πιέσεις, η πιο αποτελεσματική στρατηγική ίσως δεν είναι ούτε η αδράνεια ούτε η αποκλειστική προσήλωση στη βία. Είναι ο συνδυασμός σταθερότητος, ακριβούς και λελογισμένης χρήσεως ισχύος και πολιτικής στρατηγικής που επενδύει στις εσωτερικές προϋποθέσεις μιας μονιμότερης αλλαγής.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πληγεί η Χεζμπολλάχ. Είναι να δημιουργηθούν οι όροι εκείνοι υπό τους οποίους ο Λίβανος θα μπορέσει να πάψει να εξαρτάται από αυτήν και να υπάρξει ξανά ως πραγματικά κυρίαρχο κράτος. Αν το Ισραήλ επιτύχει να συνδέσει την αναγκαία αυτοάμυνά του με μια πιο σύνθετη και διορατική στρατηγική απέναντι στον Λίβανο, τότε θα έχει θέσει τα θεμέλια όχι μόνο για ασφαλέστερο βόρειο σύνορο, αλλά και για μια πιο σταθερή περιφερειακή πραγματικότητα, προς όφελος και των δύο λαών, και όχι μόνο.


Υποσημείωση 1

Για περισσότερα σχετικά με τα δικαιώματα του Ισραήλ, παρακαλώ ανατρέξτε στο Papastavrou A-T (2026), Appendix to Chapter 14.

Υποσημείωση 2

Ο Λίβανος είναι μια ομολογιακή, συναινετική (consociational) δημοκρατία με δυτικά στοιχεία, αλλά χωρίς πλήρη κρατική κυριαρχία και θεσμική ενοποίηση.

Το κράτος οργανώνεται γύρω από την ισορροπία μεταξύ θρησκευτικών κοινοτήτων: ο Πρόεδρος είναι Μαρωνίτης, ο Πρωθυπουργός Σουνίτης, ο Πρόεδρος της Βουλής Σιίτης, και αντίστοιχες ποσοστώσεις ισχύουν σε όλο το θεσμικό οικοδόμημα. Αυτό το σύστημα δημιουργήθηκε για να αποτρέψει την κυριαρχία μίας ομάδας επί των άλλων και να διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία.

Αφ’ ενός, υπάρχουν σαφή πολιτειακά στοιχεία που παραπέμπουν σε δυτικού τύπου δημοκρατία: εκλογές, κοινοβούλιο, σχετικός πλουραλισμός, ενεργή κοινωνία πολιτών ανοικτή προς τις Δυτικές αξίες. Αφ’ ετέρου, η πολιτική ζωή δεν οργανώνεται γύρω από προγράμματα και ιδεολογίες, αλλά γύρω από εθνοθρησκευτικές ταυτότητες και δίκτυα ισχύος. Το κράτος δεν λειτουργεί ως ενιαίο, ουδέτερο πλαίσιο, αλλά ως πεδίο διαμοιρασμού επιρροής μεταξύ ομοδόξων κοινοτήτων.

Το καθοριστικότερο στοιχείο που το απομακρύνει από το δυτικό πρότυπο είναι η απουσία μονοπωλίου της βίας. Η ύπαρξη της Χεζμπολλάχ ως ένοπλου μη κρατικού δρώντος εντός του κράτους υπονομεύει θεμελιωδώς την έννοια της κυριαρχίας. Καμμία ώριμη δυτικού τύπου δημοκρατία δεν μπορεί να συνυπάρχει με έναν παράλληλο στρατιωτικό μηχανισμό και μάλιστα τέτοιας κλίμακος.

Συνεπώς, ο Λίβανος δεν είναι μια περίπτωση αποτυχημένης δημοκρατίας, αλλά ένα σύστημα που επιβιώνει μέσω ισορροπιών, αντί μέσω θεσμικής κανονικότητας. Πρόκειται για μια πολιτεία όπου η δημοκρατία λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαχειρίσεως εσωτερικών διαιρέσεων παρά ως πλήρως ενοποιημένο πολιτικό σύστημα δυτικού τύπου. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η απαίτηση «να αφοπλίσει ο Λίβανος τη Χεζμπολλάχ» είναι, θεωρητικά σωστή, αλλά πρακτικά μη ρεαλιστική.



Βιβλιογραφικές αναφορές

Abdul-Hussain, H. (2026). Time for Lebanon to Partner with Israel Against Hezbollah. Foundation for Defence of Democracies. Πλήρες άρθρο

Frayer, L. (2024). What the Israel-Hezbollah war did to Lebanon's cultural heritage sites. National Public Radio (NPR). Πλήρες άρθρο

Ghaddar, H., Satloff, R., Yaari, E. (2025). A Roadmap for Israel-Lebanon Peace. The Washington Institute for Near East Policy. Πλήρες άρθρο

Killebrew, A.E. (2017). Archaeology, Shared Heritage, and Community at Akko, Israel. J East Med Archaeol Herit Stud. Πλήρες άρθρο

Loft, P., Rajendralal, R. (2025). Lebanon: Introductory country profile. House of Commons Library, UK. Πλήρες άρθρο

Loschky, J. (2025). Most Lebanese Say Only Army Should Have Weapons; Few favor providing military support to Palestine. Gallup. Πλήρες άρθρο

Ochsenwald, WL., Kingston, P. (2025). History of Lebanon. Britanica Encyclopaedia. Πλήρες άρθρο

Papastavrou A-T (2026). Thucydidean Geopolitics for the educated layperson. Ἡδυέπεια (Editors). Link

Salhani, J. (2026). Is Israel reshaping Lebanon, trying to separate Hezbollah from its people? Al-Jazeera. Πλήρες άρθρο

Previous Post Next Post