EN | GR

Τα όρια της διπολικής θέασης του κόσμου, η διαχειριζόμενη ασάφεια και το ιρανικό ζήτημα

Το παρόν κείμενο απαντά στο κατά διαστήματα αναδυόμενο ερώτημα: γιατί το ιρανικό ζήτημα παραμένει άλυτο σε μια εποχή που συχνά περιγράφεται ως διπολική, και τι μας αποκαλύπτει αυτή η εμμονική εκκρεμότητα για τα όρια του σχήματος των «τροχιών» ως μοντέλου παγκόσμιας τάξης;

Περίληψη

Το άρθρο εξετάζει την περιοδικά αναδυόμενη τάση να περιγράφεται το σύγχρονο διεθνές σύστημα ως μια διπολική τάξη, διηρημένη σε αμερικανικά και κινεζικά «τροχιακά», και αναδεικνύει τα όρια αυτής της λεκτικής μεταφοράς όταν εφαρμόζεται στο ιρανικό ζήτημα. Αν και το σχήμα των τροχιακών υπαινίσσεται πραγματικές ιεραρχίες ισχύος και εξάρτησης, δεν διαφωτίζει τον λειτουργικό ρόλο που διαδραματίζουν οι επί μέρους ανεπίλυτες συγκρούσεις στη διατήρηση της συστημικής σταθερότητας. Εστιάζοντας στο Ιράν, το κείμενο υποστηρίζει ότι η παρατεταμένη ασάφεια – και όχι η οριστική διευθέτηση – εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα ενός ευρέος φάσματος δρώντων, από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα έως τη Ρωσσία, την Τουρκία, πολλές ακόμη μουσουλμανικές χώρες, όμως μόνο εν μέρει το Ισραήλ.

Βασιζόμενο σε μια θουκυδίδεια κατανόηση του Φόβου, του Συμφέροντος και της Τιμής, το άρθρο δείχνει πώς οι επαναλαμβανόμενες διαπραγματεύσεις, οι μερικές συμφωνίες και η ελεγχόμενη κλιμάκωση λειτουργούν ως μηχανισμοί κατανομής κινδύνου και όχι ως γραμμικά βήματα προς την επίλυση. Το πρόβλημα του Ιράν δεν παριστάνεται μόνο ως δοκιμασία του ρωσσικού κύρους ή ως διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, αλλά ως δομικός κόμβος μέσα στο ευρύτερο συνεχές του παραλίου μετώπου ανάπτυξης, που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδο‑Ειρηνικό. Η επιμονή του ιρανικού αδιεξόδου αντανακλά έτσι μια κοινή προτίμηση για «αναστολή της αντιπαλότητας» αντί για οριστικό κλείσιμο του φακέλου. Το συμπέρασμα είναι ότι η αρχιτεκτονική του σημερινού ανταγωνισμού παραμένει πιο ρευστή και ανολοκλήρωτη από ό,τι υπονοεί το άκαμπτο διπολικό μοντέλο, με την ασάφεια να λειτουργεί ως σταθεροποιητικό γνώρισμα και όχι ως δυσλειτουργία.


Η λεκτική μεταφορά των διπολικών τροχιακών

Η λεκτική μεταφορά ενός Κόσμου που κινείται γεωπολιτικά σε αμερικανικά και κινεζικά τροχιακά επανεμφανίζεται κατά διαστήματα, παρά το γεγονός ότι η πολυπολικότητα είναι πλέον περισσότερο από εμφανής. Συμπυκνώνει, σε μία και μόνο εικόνα, το άγχος για ιεραρχημένες με συνέπεια διεθνείς σχέσεις που χαρακτηρίζει τη σημερινή διεθνή τάξη. Όταν όμως εφαρμόζεται στο ιρανικό ζήτημα και στην ευρύτερη αρχιτεκτονική της ευρασιατικής αντιπαράθεσης, κινδυνεύει να συγκαλύψει ακριβώς εκείνες τις δυναμικές που προσδίδουν στο σύστημα την ανθεκτικότητά του: την ασάφεια, την ατέλεια και τη συνειδητή άρνηση οριστικής λύσης.

Σε θουκυδίδειους όρους, δεν πρόκειται για ανωμαλία, αλλά για γνώριμη συνθήκη της διεθνούς ζωής: οι πολιτικοί δρώντες συχνά προτιμούν μια ασταθή ισορροπία από μια αποφασιστική έκβαση, τις συνέπειες της οποίας δεν μπορούν να ελέγξουν. Το παρόν κείμενο συνεχίζει τη γραμμή επιχειρηματολογίας του δοκιμίου “Ιρανικές διαπραγματεύσεις: Η Χρησιμότητα της Μη-Επίλυσης”, μεταφέροντας πλέον το ερώτημα σε ευρύτερο επίπεδο: σε ποιον βαθμό η τρέχουσα διαμόρφωση θυμίζει μια άκαμπτη δυαδική τάξη πραγμάτων, και σε ποιον βαθμό παραμένει μια διαχειριζόμενη σύγκρουση, όπου οι ανεπίλυτες υποθέσεις – με προεξάρχουσα αυτήν του Ιράν – λειτουργούν ως συστημικοί σταθεροποιητές και όχι ως ανωμαλίες που «εκκρεμούν» για διευθέτηση.

Από τα διπολικά τροχιακά στην αρχιτεκτονική ισχύος

Η εικόνα των τροχιακών υποδηλώνει έναν κόσμο καθαρά διαιρεμένο ανάμεσα σε δύο «βαρυτικά κέντρα»: στην προκειμένη περίπτωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Οι λοιποί δρώντες – η Ρωσσία, το Ιράν, το Ισραήλ, η Τουρκία, η Ευρωπαϊκή Ένωση με τους επί μέρους παίκτες της, η Ινδία – εμφανίζονται ως «δορυφόροι», που περιφέρονται γύρω από το ένα ή το άλλο κέντρο, με την κυριαρχία τους να περιορίζεται στην επιλογή πλευράς και στην προσαρμογή σε προκαθορισμένα τροχιακά. Πρόκειται για μια κβαντοποιημένη γεωπολιτική εικόνα, που εμπνέει κάποιο αίσθημα ασφαλείας, υπό την έννοια ότι «κάποιος ψηλά στην ιεραρχία ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει».

Μια τέτοια απεικόνιση περιέχει έναν ουσιώδη πυρήνα αλήθειας. Ο στρατηγικός ανταγωνισμός Ουάσιγκτον–Πεκίνου διαμορφώνει όλο και περισσότερο τεχνολογικά δίκτυα, εμπορικούς διαδρόμους, χρηματοπιστωτικές υποδομές και συμμαχικές δεσμεύσεις. Τα μεσαία και μικρότερα κράτη δεν απολαμβάνουν απεριόριστη αυτονομία· οι επιλογές τους οριοθετούνται από αυτή τη σύγκρουση ισχύος. Ωστόσο, όταν η μεταφορά αυτή εφαρμόζεται στο ιρανικό dossier, καθίσταται λιγότερο διαφωτιστική και δεν αντέχει στην «εν τω βάθει» εξέταση. Το Ιράν δεν είναι ένα παθητικό αντικείμενο αμερικανο‑κινεζικής διαπραγματεύσεως, ούτε η Ρωσσία περιορίζεται στον ρόλο ενός εντολοδόχου υπό κινεζική επιρροή. Η δυσεπίλυτη φύση του ιρανικού ζητήματος και ο τρόπος με τον οποίο αυτό εγγράφεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση εντός του παραλίου μετώπου, από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδο‑Ειρηνικό (Rimland κατά τον Spykman), φανερώνουν ένα σύστημα πολύ πιο σύνθετο από ένα αυστηρό «σύμπαν» δύο τροχιών.

Το ιρανικό ζήτημα ως δοκιμασία κύρους για τη Ρωσσία

Στη σχηματική παράσταση των τροχιακών εξάρτησης, το ιρανικό ζήτημα παρουσιάζεται συχνά ως δοκιμασία ιεραρχίας ισχύος: αν, δηλαδή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλάβουν μείζονα επιχείρηση και η Ρωσσία δεν κατορθώσει να προστατεύσει την Τεχεράνη, η υποβάθμισή της στη δεύτερη βαθμίδα, κάτω από το Πεκίνο, μοιάζει να επιβεβαιώνεται. Το ερώτημα μεταφράζεται έτσι σε όρους εγγυήσεων: ποιος μπορεί να εγγυηθεί ποιον, ποιος βρίσκεται στο τραπέζι όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις και ποιος απλώς ενημερώνεται εκ των υστέρων.

Στην προηγούμενη ανάλυσή μου για το Ιράν, έγινε σαφής διάκριση του θέματος του πυρηνικού προγράμματος από την επιβίωση του καθεστώτος, και εκτιμήθηκε ότι μια αποπυρηνικοποιημένη Ισλαμική Δημοκρατία θα παρέμενε αντιδυτική, αναθεωρητική και δομικά ανατρεπτική. Από αυτήν τη σκοπιά, η μη επίλυση του ιρανικού ζητήματος δεν αποτελεί πρωτίστως δοκιμασία του ρωσσικού status, αλλά λειτουργική συνθήκη που εξυπηρετεί πολλαπλούς δρώντες – συγκεκριμένως όλων πλην του άξονος Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδος. Ο επαναλαμβανόμενος κύκλος έμμεσων συνομιλιών, συνεννοήσεων μερικής εμβέλειας, περιορισμένης άρσης κυρώσεων και ανανεούμενων πιέσεων δεν είναι ένδειξη αδυναμίας επιβολής λύσεως, αλλά μιας κοινής προτίμησης για αντιπαλότητα που διατηρείται υπό αναστολήν αντί για οριστική διευθέτηση.

Ο Θουκυδίδης περιγράφει μια ανάλογη λογική για την περίοδο μετά την Ειρήνη του Νικία: οι τυπικές συμφωνίες κάλυπταν άλυτες αντιθέσεις, και η ειρήνη λειτουργούσε περισσότερο ως προσωρινή παύση κλιμάκωσης, υπό το κράτος αμοιβαίας εξάντλησης και επιφυλακτικότητας, παρά ως ουσιαστική συμφιλίωση. Υπό αυτή την οπτική γωνία, το Ιράν δεν είναι τόσο η δοκιμασία στην οποίαν αποτυγχάνει η Ρωσσία, όσο ο κόμβος μέσω του οποίου πολλοί δρώντες – μεταξύ αυτών και η Μόσχα – διαχειρίζονται τον κίνδυνο, ανακατανέμουν πιέσεις και αποτρέπουν τη μετατόπιση της αντιπαλότητας σε άλλα, σπουδαιότερα θέατρα επιχειρήσεων.

Η Ρωσσία στον τριγωνικό ανταγωνισμό με Τουρκία και Ιράν

Η λεκτική μεταφορά των τροχιακών προβάλλει ορθά τη σχετική αποδυνάμωση της Ρωσσίας. Σε όρους οικονομίας, δημογραφίας και τεχνολογικού βάθους, η Μόσχα δεν αποτελεί πλέον δομικό ισοδύναμο των ΗΠΑ, της Κίνας ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η εξάρτησή της από τις εξαγωγές ενέργειας και η ολοένα βαθύτερη ασυμμετρία της σχέσης της με την Κίνα είναι υπαρκτές και βαρύνουσες. Ωστόσο, η παρουσίασή της ως απλώς δορυφόρου υπό την Κίνα, ειδικά στο ιρανικό πεδίο, υπεραπλουστεύει μια πιο περίπλοκη πραγματικότητα.

Πρώτον, η Ρωσσία παραμένει κεντρικός παίκτης στο τρίγωνο ισχύος «Τουρκία–Ρωσσία–Ιράν», μια χαλαρή διαμόρφωση που έχω περιγράψει αλλού ως «θουκυδίδειο τρίγωνο», όπου ανταγωνισμός, τακτική συνεργασία και αμοιβαία καχυποψία συνυπάρχουν (Papastavrou, 2025). Στη Συρία, στον Καύκασο, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Κεντρική Ασία, η Μόσχα διατηρεί τη δυνατότητα να καθυστερεί, να παρεμποδίζει ή να ανακατευθύνει την εξέλιξη περιφερειακών συμφερόντων. Η δυνατότητα αυτή δεν αποκαθιστά το παλαιότερο status της ως παγκόσμιου πόλου ισχύος, ωστόσο την καθιστά κάτι περισσότερο από δορυφόρο άλλης δυνάμεως.

Δεύτερον, το ίδιο το ανεπίλυτο ιρανικό ζήτημα προσφέρει στη Ρωσσία στρατηγική χρησιμότητα. Όσο το Ιράν παραμένει μόνιμο πρόβλημα για τη δυτική πολιτική, η Μόσχα μπορεί, μέσα από ενεργειακό συντονισμό, μεταφορές οπλικών συστημάτων και δικτύωση με «αντιπροσώπους» (proxies), να πολλαπλασιάζει το κόστος για το ευρωατλαντικό σύστημα με σχετικά περιορισμένες δαπάνες. Η τυχόν κανονικοποίηση του Ιράν – με κάπως φιλοδυτικό προσανατολισμό, ένταξή του στις αγορές και μικρότερη εξάρτηση από τη ρωσσική στήριξη – θα μείωνε αισθητά τη ρωσσική μόχλευση και θα περιόριζε τα πεδία στα οποία μπορεί να επιβάλει κόστος σε δυτικούς δρώντες.

Τρίτον, το γεγονός ότι η Ρωσσία δεν μπορεί να προστατεύσει αποφασιστικά το Ιράν δεν αποτελεί ρωσσική ιδιαιτερότητα. Κανείς – ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Κίνα – δεν είναι σε θέση να επιβάλει μια καθαρή έκβαση στην Τεχεράνη χωρίς να αποδεχθεί κινδύνους που όλοι, μέχρι στιγμής, αποφεύγουν: κατοχή του εδάφους, κατάρρευση καθεστώτος με ανεξέλεγκτη διαδοχή. Η αδυναμία επιβολής αποτελεσμάτων δεν είναι αδυναμία της Ρωσσίας· είναι δομικό γνώρισμα της διαχείρισης ιδεολογικά εδραίων καθεστώτων, θωρακισμένων με προνομιούχες και μάλιστα ένοπλες ελίτ, όπως οι Φρουροί της Επανάστασης. Υπό αυτή την έννοια, η Ρωσσία είναι πράγματι πιο αδύναμη απ’ ό,τι φαντάζεται, αλλά και ισχυρότερη απ’ όσο επιτρέπει η απλουστευτική παράσταση των τροχιακών.

Η στρατηγική ασάφεια ως κοινό συμφέρον

Εάν λάβει κανείς σοβαρά υπόψη το Ιράν ως καθεστώς – και όχι απλώς ως πρόβλημα – αναδύεται ένα γνώριμο μοτίβο συμπεριφοράς. Χωρίς γενικευμένο πόλεμο, τα στρατιωτικά πλήγματα τείνουν να ενισχύουν τον ιδεολογικό πυρήνα θεοκρατικών ή φονταμενταλιστικών σχηματισμών, ενώ οι εκτεταμένες κυρώσεις σκληραίνουν τη θωράκιση των ελίτ και μετακυλίουν το κόστος στην κοινωνία. Παρόμοια μοτίβα εμφανίζονται όχι μόνο στο Ιράν, αλλά και σε δρώντες όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρατεταμένη ασάφεια μετατρέπεται σε λογική επιλογή για πολλούς:

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιτρέπει αποτροπή, διαχείριση συμμαχιών και έλεγχο κρίσεων χωρίς το κόστος και τους κινδύνους μιας βίαιης αλλαγής καθεστώτος.

Για την Τουρκία, συντηρεί τον ρόλο της ως σουνιτικού αντιβάρου και αναντικατάστατου μεσολαβητή σε μια περιοχή όπου συνεχίζει να υπάρχει ένα επαναστατικό σιιτικό κέντρο, βαρέως αντιδυτικό και αναθεωρητικό· παρ’ ότι η Άγκυρα είναι εξίσου αναθεωρητική, θεωρείται ακόμη προσδεδεμένη στο φιλοδυτικό άρμα.

Για τη Ρωσσία, κρατά τη δυτική πολιτική διαρκώς απασχολημένη, με τεταμένη προσοχή στην ανατολική περίμετρο της Ευρώπης.​

Για την Κίνα, προσφέρει ένα έμμεσο εργαλείο πίεσης, έναν πελάτη για οπλικά συστήματα και τεχνολογία, καθώς και ένα εργαστήριο αμφισβήτησης της αμερικανικής επιρροής, με δυνατότητα δοκιμών ήπιας σύγκρουσης και αποποίησης ευθύνης.

Για το Ισραήλ, η μη επίλυση του ιρανικού ζητήματος με δραστικό και ολοκληρωτικό τρόπο συνιστά πρόβλημα: το υποχρεώνει να διατηρεί εφεδρείες για τυχόν πραγματοποίηση των ιρανικών απειλών και μειώνει τους βαθμούς ελευθερίας του, καθώς το δένει στενότερα με τις αμερικανικές προτεραιότητες στο Λεβάντε. Από την άλλη πλευρά, διασφαλίζει ένα πλαίσιο αμερικανικής στήριξης και συντονισμού που μέχρι στιγμής δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση. Αν δεν επιλυθεί το ιρανικό, το Ισραήλ θα πιεσθεί να συνηγεμονεύσει με την Τουρκία στο Λεβάντε, πράγμα που δεν επιθυμεί.

Η Ελλάς, της οποίας τα συμφέροντα είναι στενά συνδεδεμένα με του Ισραήλ και της Κύπρου, συμπαρασύρεται, στην περίπτωση του Ιράν, από τις επιπτώσεις επί του Ισραήλ.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έναν κόσμο όπου η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο διαιρούν απλώς τον πλανήτη και αναθέτουν ρόλους σε δευτερεύοντες παίκτες. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο πολλοί δρώντες καταλήγουν ότι ένα ανεπίλυτο ιρανικό είναι προτιμότερο από ένα διευθετημένο ιρανικό, ακριβώς επειδή μια τελική διευθέτηση θα αναδιένειμε κινδύνους και αβεβαιότητες, με ανάδυση ανταγωνισμού σε άλλα πεδία, με ακόμη μεγαλύτερα διακυβεύματα.

Η διαπραγμάτευση ως χορογραφία

Τόσο το κείμενο των τροχιακών όσο και η προηγούμενη ανάλυσή μου συγκλίνουν σε μια κρίσιμη παρατήρηση: οι συνομιλίες για το Ιράν – στο Ομάν ή οπουδήποτε αλλού – μοιάζουν περισσότερο με τελετουργία παρά με αποφασιστική διαπραγμάτευση. Αποτελούν πράξεις εκτελούμενες με σοβαρότητα, συνοδευόμενες από εκτεταμένη συγκέντρωση και προβολή ισχύος, καθώς και γνωστή ρητορική, που όμως σπάνια εξελίσσεται σε συνολική διευθέτηση. Η διπλωματική αυτή χορογραφία θυμίζει τις επαναλαμβανόμενες πρεσβείες και διασκέψεις του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπου η διαπραγμάτευση λειτουργούσε συχνά περισσότερο ως μέσο επίδειξης αποφασιστικότητας, διαφύλαξης της Τιμής και αγοράς χρόνου, παρά ως μέσο αντιμετώπισης των αιτιών της σύγκρουσης.

Είναι εύκολο να διαβαστεί αυτή η χορογραφία ως ένδειξη ότι η Ρωσσία έχει υποβιβαστεί σε δορυφόρο που περιμένει οδηγίες από το Πεκίνο και νέα από την Ουάσιγκτον. Υπάρχει δόση αλήθειας στην εικόνα μιας Μόσχας που ανακαλύπτει ότι η πολυπολικότητα που διακήρυττε την έχει αφήσει να περιφέρεται γύρω από το βαρυτικό πεδίο άλλων. Ωστόσο, η σκηνή στο Ομάν δεν είναι μόνο έκφραση ρωσσικής αδυναμίας· είναι ταυτόχρονα έκφραση μιας ευρύτερης στρατηγικής επιλογής που μοιράζονται πολλές πρωτεύουσες: να διατηρήσουν την ασάφεια, να διαχειριστούν την αντιπαλότητα και να κρατήσουν ανοικτά περιθώρια ελιγμών, τα οποία μια πλήρης διευθέτηση θα έκλεινε οριστικά. Η ίδια η επαναληπτικότητα της διαδικασίας – οι παύσεις, οι επανεκκινήσεις, οι μερικές ρυθμίσεις – καταδεικνύει πόσο βαθιά έχει εμπεδωθεί αυτή η προτίμηση.​

Το Ιράν ως κόμβος, όχι μόνο ως δοκιμασία

Σε ευρύτερο ορίζοντα, το Ιράν είναι κάτι περισσότερο από δοκιμασία της ρωσσικής θέσης στην ιεραρχία. Λειτουργεί ως κόμβος σε μια συνεχή στρατηγική ζώνη που συνδέει την πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο, τα στενά περάσματα της Ερυθράς Θάλασσας, τις θαλάσσιες οδούς του Ινδικού Ωκεανού και τις προεκτάσεις προς τον Ειρηνικό. Η ασάφεια στο ιρανικό θέατρο απορροφά διπλωματικό κεφάλαιο, ναυτικές δυνάμεις και πολιτική προσοχή, πόρους που διαφορετικά θα μπορούσαν να επενδυθούν πιο αποφασιστικά στην εκδήλωση αντιπαλότητας ανατολικότερα, και μάλιστα στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Σε έναν αυστηρά διπολικό κόσμο, θα ανέμενε κανείς τόσο από την Ουάσιγκτον όσο και από το Πεκίνο να επιδιώξουν διευθέτηση: να «λύσουν» το ιρανικό, να ευθυγραμμίσουν καθαρά την περιοχή και να επικεντρωθούν στις μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας και ανταγωνισμού. Η επιμονή της ασάφειας υποδηλώνει το αντίθετο: ότι κανείς από τους δύο δεν είναι έτοιμος – ή διατεθειμένος – να επωμιστεί το κόστος και τους κινδύνους μιας τέτοιας λύσης, και ότι και οι δύο συνεχίζουν να αξιοποιούν την ευελιξία που προσφέρουν τα ανεπίλυτα ζητήματα. Γι’ αυτό και η γλώσσα των τροχιακών, όσο γοητευτική και αν είναι, δεν αρκεί για να περιγράψει την αρχιτεκτονική του κόσμου που κατοικούμε. Το σύστημα είναι πιο ρευστό, πιο πολυεπίπεδο και πιο εξαρτημένο από διαχειριζόμενη ατέλεια απ’ όσο αφήνει να εννοηθεί η εικόνα δύο δυνάμεων που μοιράζονται τα πάντα στον πλανήτη.

Επίλογος

Το κείμενο περί τροχιακών αποτυπώνει με ενάργεια την ταπείνωση μιας Ρωσσίας που κάποτε βρισκόταν επικεφαλής της δικής της ηγεμονίας και σήμερα ανακαλύπτει ότι πρέπει να απευθυνθεί στο Πεκίνο για να πληροφορηθεί ποιο περιθώριο κίνησης της απομένει. Αυτή η εμπειρία είναι πραγματική και αναλυτικά σημαντική· θυμίζει ότι το status, η αναγνώριση και η ιεραρχία εξακολουθούν να μετρούν στη διεθνή πολιτική. Όταν όμως μετατοπίζουμε το βλέμμα από το status στη δομή, αναδύεται διαφορετική εικόνα.

Το Ιράν δεν είναι απλώς η δοκιμασία στην οποία αποτυγχάνει η Μόσχα. Είναι τμήμα μιας αρχιτεκτονικής διαχειριζόμενης αντιπαλότητας, όπου η ασάφεια καλλιεργείται αντί να αίρεται – από την Ουάσιγκτον, από το Πεκίνο, από τη Μόσχα και από τους περιφερειακούς δρώντες που κινούνται ανάμεσά τους. Για να κατανοήσουμε αυτή την αρχιτεκτονική, χρειαζόμαστε και τις δύο μεταφορές: τη μεταφορά των τροχιακών, που μιλά για ιεραρχία και εξάρτηση, και τη μεταφορά του κόμβου, που μιλά για λειτουργία και σύνδεση. Ο Θουκυδίδης θα αναγνώριζε έναν κόσμο όχι διατεταγμένο γύρω από καθαρούς πόλους και τελεσίδικες διευθετήσεις, αλλά έναν κόσμο που εξακολουθεί να κυβερνάται από τον Φόβο, το Συμφέρον και την Τιμή – όπου η ασάφεια δεν συνιστά αποτυχία της πολιτικής, αλλά ένα από τα πιο ανθεκτικά εργαλεία της. Το ζητούμενο, για αναλυτές και διαμορφωτές πολιτικής, είναι να υπερβούν το δράμα του «ποιος περιμένει το τηλεφώνημα» και να αντιμετωπίσουν το πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί κανείς, στην πραγματικότητα, δεν επιθυμεί το τηλεφώνημα που θα έκλεινε οριστικά τον ιρανικό φάκελο.

Βιβλιογραφική αναφορά

Papastavrou, A.-T. (2025). Thucydidean geopolitics for the educated layperson. Lulu.com (Publisher) https://www.lulu.com/shop/aias-theodoros-papastavrou/thucydidean-geopolitics/ebook/product-45j44mg.html?q=Aias-Theodoros&page=1&pageSize=4

Previous Post Next Post