Το δοκίμιο αυτό σκοπεί να απαντήσει στις εξής ερωτήσεις: • Γιατί η αμερικανική πρωτοβουλία για την «προστασία της ναυσιπλοΐας» στο Ορμούζ εμφανίζει τόσο έντονη αναντιστοιχία μεταξύ πολιτικής ρητορικής και πραγματικών στρατηγικών, στρατιωτικών και οικονομικών προϋποθέσεων; • Πώς αυτή η αναντιστοιχία διαμορφώνει τη στάση των πιθανών συμμάχων—και ιδίως της Ελλάδος—ως προς τη συμμετοχή ή μη σε μια ναυτική δύναμη στην περιοχή;
Με το δοκίμιο αυτό εξετάζεται η κρίση στο Στενό του Ορμούζ ως περίπτωση αναντιστοιχίας μεταξύ πολιτικής ρητορικής και στρατιωτικής λογικής. Η βασική του θέση είναι ότι η δημόσια συζήτηση περί «προστασίας της ναυσιπλοΐας» και συνοδείας εμπορικών πλοίων συγκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: η επαναφορά σταθερής εμπορικής ροής υπό αποδεκτό κίνδυνο προϋποθέτει πολύ ευρύτερη στρατιωτική, τεχνική και χρηματοοικονομική προσπάθεια από εκείνη που δηλώνεται πολιτικά. Η γεωγραφία του στενού, ο έλεγχος της βόρειας ακτής και των νησιωτικών στηριγμάτων από το Ιράν, και η ανάπτυξη ενός πλέγματος αρνήσεως προσβάσεως περιοχής καθιστούν κάθε απλή αποστολή συνοδείας επιχειρησιακά επισφαλή χωρίς προηγούμενη καταστολή της παράκτιας απειλής, στοιχειώδη εκκαθάριση διαύλων και διατήρηση αεροναυτικού ελέγχου. Το δοκίμιο υποστηρίζει επίσης ότι η Ουάσιγκτον εισήλθε στην κρίση με λανθασμένες υποθέσεις ως προς την αποτροπή, την ταχεία αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και την επάρκεια των εναλλακτικών εξαγωγικών οδών. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον ρόλο της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς, η οποία μπορεί να παραλύσει τη ναυτιλία ακόμη και όταν η στρατιωτική ισορροπία ευνοεί τη Δύση. Τέλος, αναλύονται τα κίνητρα και οι επιφυλάξεις των πιθανών συμμάχων, καθώς και η ειδική ελληνική περίπτωση, όπου συγκρούονται η προστασία της ελληνόκτητης ναυτιλίας, η ανάγκη διατηρήσεως της αποτροπής έναντι της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Κύπρο, και η αποφυγή στρατηγικής υπερεκτάσεως.
Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ αναδεικνύει μια βαθύτερη αναντιστοιχία μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και της στρατιωτικής πραγματικότητος. Η Ουάσιγκτον ζητεί τη συγκρότηση διεθνούς ναυτικής δυνάμεως, υποτίθεται για την «προστασία της ναυσιπλοΐας» και την επαναφορά της εμπορικής ροής. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτού του αιτήματος παραμένει ασαφές, αλλά και στρατιωτικά έωλο. Δεν έχει διευκρινισθεί πόσα πολεμικά πλοία απαιτούνται, σε ποιά αναλογία προς τα εμπορικά, με ποιες ακριβώς δυνατότητες, ούτε πώς θα εξασφαλισθεί η επιβίωσή τους μέσα σε έναν θαλάσσιο διάδρομο που γειτνιάζει άμεσα με ιρανικές ακτές και νησιά έμφορτα στρατιωτικών υποδομών. Η ασάφεια αυτή δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια· είναι το ίδιο το στρατηγικό πρόβλημα, διότι σε στρατιωτικούς όρους «ασφάλεια της ναυσιπλοΐας» σημαίνει διατήρηση σταθερής εμπορικής ροής υπό αποδεκτό ρίσκο απωλειών, με σαφείς δείκτες ρυθμού διελεύσεων, πιθανών απωλειών και ασφαλιστικού κόστους. Παράλληλα, η ασάφεια επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να διεκδικεί πολιτική συνυπογραφή και σημαίες συμμάχων χωρίς να δεσμεύεται σε σαφή κλίμακα στρατιωτικής προσπάθειας ή σε αυστηρά ορισμένο στρατηγικό σκοπό, μετατρέποντας το αίτημα σε εργαλείο διαχείρισης συμμαχιών περισσότερο παρά σε συνεκτικό στρατιωτικό σχέδιο.
Το Στενό του Ορμούζ, που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα, είναι ένας γεωγραφικός χώρος με ιδιαίτερα δυσμενή επιχειρησιακά χαρακτηριστικά για τον εισβάλλοντα. Το πλάτος του είναι θεωρητικά περίπου 21 ναυτικά μίλια στη στενότερο σημείο, αλλά τα αβαθή στη νότια πλευρά καθιστούν το ωφέλιμο πλάτος πολύ μικρότερο. Έτσι, η πραγματική ναυσιπλοΐα των δεξαμενοπλοίων συγκεντρώνεται σε δύο περιορισμένους θαλασσίους διαδρόμους πλάτους μερικών μιλίων, με ζώνη ασφαλείας μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά την περιοχή θαλάσσιο στενό με την ακραία σημασία του όρου (chokepoint). Από το πέρασμα αυτό διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλασσίου εμπορίου υδρογονανθράκων, και φυσικά το σύνολο σχεδόν του εισαγωγικού εμπορίου των χωρών του Κόλπου, ο επισιτισμός των οποίων εξαρτάται απόλυτα από τις εισαγωγές.
Η γεωγραφία του στενού ευνοεί τον αμυνόμενο: το Ιράν ελέγχει το σύνολο της βόρειας ακτής, όπου βρίσκονται η πόλη Μπαντάρ Αμπάς και σημαντικές ναυτικές εγκαταστάσεις, καθώς και 35 νησιά, τα οποία επιτρέπουν την εγκατάσταση και απόκρυψη αισθητήρων, πυραυλικών συστημάτων και διασποράς διαφόρων τύπων ναυτικών πολεμικών μέσων. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο Ιράν να συγκροτεί ένα πλέγμα στρατηγικής «αρνήσεως προσβάσεως και αρνήσεως περιοχής» (anti‑access/area denial, A2/AD), δηλαδή ένα σύνολο δυνατοτήτων που αποσκοπούν αφ’ ενός στην αποτροπή ή παρεμπόδιση της εισόδου ξένων δυνάμεων σε μια περιοχή (άρνηση προσβάσεως) και αφ’ ετέρου στον περιορισμό της ελευθερίας κινήσεώς τους εντός αυτής της περιοχής (άρνηση περιοχής) καθιστώντας τις επιχειρήσεις δυσανάλογα δαπανηρές και επικίνδυνες. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν παράκτιους αντιπλοϊκούς πυραύλους, ταχύπλοα σκάφη της Ναυτικής Δυνάμεως των Φρουρών της Επαναστάσεως, μη επανδρωμένα εναέρια και θαλάσσια οχήματα, μικρά υποβρύχια, ναρκοθέτιδες, και υποδομές διεσπαρμένες σε λιμένες και όρμους. Η αξία αυτού του συστήματος δεν βρίσκεται στην ικανότητά του να νικήσει ένα υπέρτερο στόλο σε συμβατική ναυμαχία, αλλά στην ικανότητά του να δημιουργεί μόνιμη αβεβαιότητα και κίνδυνο για την εμπορική ναυσιπλοΐα, ιδίως όταν η κυκλοφορία συγκεντρώνεται σε στενούς διαύλους, όπου ακόμη και περιορισμένος αριθμός ναρκών ή αυτοσχεδίων πλωτών εκρηκτικών μηχανισμών (Improvised Explosive Devices, IED) μπορεί να προκαλέσει αλυσσιδωτές καθυστερήσεις. Ο Αμερικανικός (ή/και Ευρωπαϊκός ή άλλος) στόλος είναι αδύνατον να επιχειρήσει στην περιοχή του στενού, διότι το περιβάλλον δεν επιτρέπει ναυτικούς ελλιγμούς σε τέτοιου μεγέθους πλοία. Τυχόν είσοδος του στόλου στην περιοχή θα του επεφύλλασσε πανολεθρία ανάλογη αυτής του Ξέρξου στον πορθμό της Σαλαμίνος.
Εδώ ανακύπτει η αντίφαση μεταξύ της πολιτικής ρητορικής και της στρατιωτικής λογικής. Η πολιτική ρητορική μιλά για συνοδεία εμπορικών πλοίων από πολεμικά. Όμως η συνοδεία, χωρίς προηγούμενη καταστολή της παράκτιας απειλής, είναι επιχειρησιακά αυτοκτονική. Η παρουσία λίγων φρεγατών δεν αρκεί για να προστατεύσει αποτελεσματικά ένα δεξαμενόπλοιο εάν αυτές εκτίθενται σε ταυτόχρονες απειλές από πυραύλους, σμήνη ταχυπλόων, μη επανδρωμένα μέσα και νάρκες. Χωρίς εκκαθάριση των παρακτίων παρατηρητηρίων, των πυραυλικών θέσεων, των βάσεων ταχυπλόων και ενός στοιχειώδους βαθμού εκκαθαρίσεως ναρκών (αν έχουν πράγματι ποντισθεί), η συνοδεία επεκτείνει απλώς τον κίνδυνο από το εμπορικό πλοίο και στο πολεμικό. Η πολιτική εικόνα «σημαιών προστασίας» έρχεται έτσι σε σύγκρουση με την στρατιωτική ανάγκη να προηγηθεί μια εκστρατεία απογυμνώσεως του ιρανικού A2/AD, την οποία ελάχιστες κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να στηρίξουν ανοικτά.
Η στρατιωτική λογική υπαγορεύει συνεπώς μια διαφορετική, σαφώς ιεραρχημένη ακολουθία ενεργειών. Πρώτον, καταστολή και καταστροφή των παράκτιων πυραυλικών συστημάτων και των αισθητήρων που στηρίζουν την ιρανική ιεράρχηση στοχοποιήσεως μέσω επιχειρήσεων καταστολής εχθρικής αντιαεροπορικής αμύνης (Suppression of Enemy Air Defences, SEAD) και καταστροφής εχθρικής αντιαεροπορικής αμύνης (Destruction of Enemy Air Defences, DEAD). Δεύτερον, εξουδετέρωση των ταχυπλόων, των εγκαταστάσεων εκτοξεύσεως μη επανδρωμένων μέσων και περιορισμός της δυνατότητος ταχείας επανεμφανίσεως αυτών των απειλών. Τρίτον, βασική εκκαθάριση ναρκών και εδραίωση ελέγχου σε συγκεκριμένους διαύλους μέσω αντιναρκικών επιχειρήσεων. Τέταρτον, εγκαθίδρυση και διατήρηση αεροναυτικού ελέγχου στην άμεση περιοχή του στενού, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος αιφνιδιαστικών προσβολών. Μόνον αφού προηγηθούν αυτές οι ενέργειες μπορεί να αποκτήσει πραγματικό νόημα είτε η συνοδεία εμπορικών πλοίων είτε η ανάπτυξη ειδικών μέσων. Ο αεροπορικός έλεγχος έχει το μειονέκτημα ότι η υπέρπτηση του στόχου δεν μπορεί να είναι παρατεταμένη, εκτός αν είναι εφικτή η διαρκής επέλαση πυκνών αεροπορικών κυμάτων. Αυτό καθιστά την παρουσία στρατιωτικής δυνάμεως στο έδαφος σχεδόν απαραίτητη, έστω υπό μορφή ειδικών δυνάμεων και προωθημένων παρατηρητών σε νησίδες και ακρωτήρια, που λειτουργούν ως προωθημένες βάσεις αισθητήρων και πυρών.
Παρά ταύτα, η συμπεριφορά της Ουάσιγκτον δείχνει μέχρι στιγμής μια εμφανή συγκράτηση ως προς την πλήρη εκκαθάριση του παρακτίου πεδίου. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις τουλάχιστον, οι επιχειρήσεις επικεντρώνονται αποκλειστικώς σε στρατιωτικούς στόχους, χωρίς να επεκτείνονται συστηματικά στις υποδομές ανατροφοδοτήσεως των πυρομαχικών και στις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές που στηρίζουν την οικονομική ισχύ του Ιράν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νήσος Kharg, το σημαντικότερο εξαγωγικό κέντρο πετρελαίου της χώρας στον μυχό του Περσικού Κόλπου. Σε μια στρατηγική ολοκληρωτικής εξουθενώσεως του αντιπάλου θα μπορούσε να αποτελέσει προφανή στόχο, ιδίως δεδομένου ότι μεγάλο μέρος των εξαγωγών κατευθύνεται προς την κινεζική αγορά. Παρ’ όλα αυτά, οι εγκαταστάσεις αυτές δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής προσβολής. Η συγκράτηση αυτή μπορεί να αντανακλά τόσο τον φόβο ανεξέλεγκτης κλιμακώσεως όσο και μια λογική μελλοντικής εκμεταλλεύσεως πόρων: ένα Ιράν πολιτικά ή στρατιωτικά εξουθενωμένο, αλλά με υποδομές σε μεγάλο βαθμό άθικτες, προσφέρεται περισσότερο σε μελλοντική ενσωμάτωση στο γεω‑επιχειρηματικό σύστημα που επιθυμεί η Ουάσιγκτον.
Η συγκράτηση αυτή επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Μπορεί να αντανακλά την επιθυμία αποφυγής περαιτέρω κλιμακώσεως ή την προσπάθεια διατηρήσεως περιθωρίων για μελλοντική διαπραγμάτευση. Είναι επίσης πιθανό να εντάσσεται σε μια λογική μελλοντικής εκμεταλλεύσεως πόρων: εάν το ιρανικό καθεστώς αποδυναμωθεί ή οδηγηθεί σε συνθηκολόγηση, τα ενεργειακά αυτά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσαν να περιέλθουν υπό τον έλεγχο του νικητού εφ’ όσον δεν θα έχουν προηγουμένως καταστραφεί. Ως κατεστραμένα δεν θα έχουν αξία. Η τελευταία εκδοχή φαίνεται να προσιδιάζει περισσότερο στο γεω-επιχειρηματικό πρότυπο που έχει εσχάτως υιοθετηθεί στην Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, η ίδια η εκστρατεία δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν εξ αρχής στον πόλεμο με ένα τουλάχιστον εσφαλμένο υπολογισμό: το ισοζύγιο πυρομαχικών. Η διαρθρωτική ανισορροπία στον πόλεμο πυραύλων και αναχαιτιστικών μέσων είχε επισημανθεί δημοσίως πριν από την έναρξη της επιχειρήσεως. Το Ιράν παράγει σημαντικές ποσότητες βαλλιστικών και πυραύλων τύπου cruise, καθώς και μεγάλους αριθμούς μη επανδρωμένων αεροχημάτων, με κόστος ανά μονάδα της τάξεως μερικών δεκάδων χιλιάδων δολαρίων, ενώ η αμερικανική και δυτική παραγωγή αναχαιτιστικών πυραύλων υψηλής τεχνολογίας είναι πολλαπλάσια βραδύτερη και με κόστος ανά βλήμα εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων δολλαρίων. Η οικονομική ανισορροπία είναι ακόμη μεγαλύτερη: ένα εξελιγμένο αερόχημα Shahed‑136 κοστίζει κατά προσέγγιση 20–35 χιλιάδες δολάρια, ενώ οι πύραυλοι που χρησιμοποιούνται για την αναχαίτισή του μπορεί να κοστίζουν εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια το καθένα.
Όπως είχε επισημανθεί ήδη, οι επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών κατανάλωσαν σημαντικό μέρος των διαθεσίμων αποθεμάτων. Η αύξηση της παραγωγής αναχαιτιστικών πυραύλων έχει ήδη αποφασισθεί από τις ΗΠΑ, αλλά θα χρειαστούν χρόνια μέχρι να εμφανισθούν νέες ποσότητες σε επιχειρησιακά σημαντικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα πρόβλημα στρατηγικής προτεραιοποιήσεως: οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να κληθούν να επιλέξουν ποιό θέατρο επιχειρήσεων θα υπερασπιστούν με τους περιορισμένους πόρους που απομένουν. Επίσης, η στενότης πυρομαχικών είναι δυνατόν να επηρεάσει αρνητικά την ορθή επιχειρησιακή απόφαση σε κάποιες περιπτσεις, δημιουργώντας ένα είδος «στρατηγικής αυτολογοκρισίας» στη χρήση δυνάμεων, όταν ο διοικητής αποφεύγει την απαιτούμενη κλιμάκωση για να μη θιγούν αποθέματα που χρειάζονται σε άλλα μέτωπα. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται η ανάγκη για δόγματα χαμηλού κόστους αναχαιτίσεως, τα οποία συνδυάζουν πυροβολικό, ηλεκτρονικό πόλεμο, παραπλανητικά μέσα και άλλα συστήματα hard‑kill/soft‑kill, ώστε το κόστους ανά αναχαίτιση να είναι βιώσιμο. (Βλ. και εδώ για μια ανάλυση σχετικά με την Εξάντληση κρισίμων πυρομαχικών και μεταβολή πολεμικής ετοιμότητας
Η κρίση του Ορμούζ αποκάλυψε επίσης ένα βαθύτερο πρόβλημα που δεν αφορά την στρατιωτική ισχύ καθ’ αυτήν. Το παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο δεν βασίζεται αποκλειστικά στη ναυτική προστασία. Βασίζεται στην ασφαλιστική αγορά, στην αντασφάλιση και στους περιορισμούς που θέτει το κανονιστικό πλαίσιο της διεθνούς χρηματοοικονομικής εποπτείας. Όταν οι ασφαλιστικές εταιρείες αποσύρουν την κάλυψη κινδύνων πολέμου, η ναυσιπλοΐα παύει να είναι οικονομικά εφικτή ακόμη και αν η στρατιωτική ισορροπία είναι ευνοϊκή. Εάν ο στρατηγικός σκοπός ορισθεί ρεαλιστικά ως «επαναφορά της ασφαλιστικής καλύψεως και του ασφαλιστικού κόστους σε αποδεκτό επίπεδο εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντος», τότε η εκστρατεία πρέπει να σχεδιασθεί διαφορετικά, με έμφαση όχι μόνο στη μείωση της πιθανότητος προσβολών, αλλά και στη διαχείριση της αντιλήψεως κινδύνου από την πλευρά των ασφαλιστών και των χρηματοπιστωτικών θεσμών. Στην πράξη, η εκρηκτική αύξηση των επασφαλίστρων πολεμικού κινδύνου (war‑risk premiums) και η προσωρινή ακύρωση καλύψεων δημιούργησαν ένα άτυπο εμπάργκο στη διέλευση, όχι μέσω αποφάσεων διεθνών οργανισμών, αλλά μέσω ιδιωτικών εταιρικών αποφάσεων που ενσωματώνουν τον φόβο περαιτέρω κλιμακώσεως. Ούτε αυτός ο παράγων ελήφθη επαρκώς υπ’ όψιν.
Η αμερικανική εκστρατεία στηρίχθηκε σε τρεις βασικές υποθέσεις. Η πρώτη ήταν ότι το Στενό του Ορμούζ δεν θα έκλεινε ποτέ, με το σκεπτικό ότι το οικονομικό κόστος θα ήταν υπερβολικά υψηλό για οποιονδήποτε ορθολογικό δρώντα, και ότι το ίδιο το Ιράν δεν θα στερούσε από τον εαυτό του το βασικό μέσο χρηματοδοτήσεως της αμύνης του. Η υπόθεση αυτή υποτιμούσε τη δομή της ιρανικής στρατιωτικής διοικήσεως, η οποία είναι ουσιωδώς αποκεντρωμένη. Οι ίδιες οι αμερικανικές επιθέσεις, με τους λεγόμενους «αποκεφαλισμούς» ηγετών, συνέβαλαν στην περαιτέρω αποκέντρωση των δομών διοικήσεως, δημιουργώντας ένα σύστημα πρακτικά άτρωτο σε κεντρικά πλήγματα. Η δεύτερη υπόθεση ήταν ότι ακόμη και αν η ναυσιπλοΐα διαταρασσόταν, η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή θα μπορούσε να την αποκαταστήσει γρήγορα. Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες —την καταστροφή μεγάλου μέρους των ιρανικών αμυντικών συστημάτων και τη σημαντική μείωση των εκτοξεύσεων πυραύλων— η εμπορική κίνηση στο στενό παρέμεινε ασήμαντη. Η παράλυση αυτή δεν οφειλόταν μόνο στην παρουσία όπλων αλλά στο γεγονός ότι τα όπλα είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί. Η ασφαλιστική αγορά αντέδρασε αποσύροντας την κάλυψη κινδύνων πολέμου, γεγονός που αρκούσε για να καθηλώσει εκατοντάδες πλοία.
Η τρίτη υπόθεση ήταν ότι οι εναλλακτικές διαδρομές και τα στρατηγικά αποθέματα θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μια προσωρινή διακοπή. Στην πράξη, η κλίμακα των ενεργειακών ροών του Ορμούζ υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες των εναλλακτικών υποδομών, όπως των Εμιράτων μέσω Fujairah και της Σαουδικής Αραβίας μέσω Yanbu στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι δύο αυτές εναλλακτικές διέξοδοι δεν υπερβαίνουν τα περίπου 6,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, έναντι περίπου 20 εκατομμυρίων που διέρχονται συνήθως από το στενό.
Η προσπάθεια συγκροτήσεως διεθνούς ναυτικής δυνάμεως προσκρούει ακριβώς σε αυτή την αναντιστοιχία μεταξύ πολιτικής διακηρύξεως και στρατιωτικής πραγματικότητας. Ορισμένες χώρες έχουν προφανές συμφέρον από τη διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Οι μεγάλες οικονομίες της Ανατολικής και Νοτίου Ασίας —Ιαπωνία, Νότια Κορέα και σε σημαντικό βαθμό η Ινδία— εξαρτώνται ενεργειακά από τις εισαγωγές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο. Για τις χώρες αυτές, η διατήρηση ανοικτού του στενού αποτελεί ζήτημα ενεργειακής ασφαλείας.
Ανάλογο ενδιαφέρον έχουν και τα κράτη του ίδιου του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, των οποίων η οικονομία εξαρτάται από την εξαγωγή υδρογονανθράκων. Ωστόσο, τα κράτη αυτά αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα: από τη μία πλευρά έχουν συμφέρον να προστατευθούν οι ενεργειακές ροές, από την άλλη φοβούνται ότι μια ενεργός συμμετοχή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις θα τα καταστήσει άμεσους στόχους ιρανικών αντιποίνων. Επίσης, σε πολιτικό επίπεδο, σκέπτονται ότι ο ιδιόρρυθμος Πρόεδρος των ΗΠΑ είναι προσωρινός, ενώ η γειτονία με το Ιράν μόνιμη, και ότι το κόστος μιας μετωπικής ρήξεως με την Τεχεράνη μπορεί να το επωμισθούν τα ίδια επί δεκαετίες, ενώ η Ουάσιγκτον μπορεί να αναπροσαρμόσει πολιτική και προτεραιότητες πολύ ταχύτερα.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, χώρες όπως η Βρετανία και η Γαλλία διαθέτουν ναυτικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να συμβάλουν επιχειρησιακά σε μια τέτοια αποστολή. Ωστόσο, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές. Ο βασικός λόγος είναι πολιτικός: η σύγκρουση δεν θεωρείται αποτέλεσμα συλλογικής αποφάσεως της Δύσεως αλλά πρωτοβουλία στην οποία αρκετοί σύμμαχοι δεν συμμετείχαν κατά τη λήψη της. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με την Ουάσιγκτον έχουν υποστεί σοβαρή φθορά μετά την επιβολή δασμών σε συμμάχους, τις αποκλίσεις στην πολιτική έναντι της Ουκρανίας και τις επανειλημμένες δημόσιες προσωπικές προσβολές ηγετών από τον Αμερικανό Πρόεδρο, γεγονός που αποδυναμώνει τον παλαιό πολιτικό και συναισθηματικό δεσμό με τις ΗΠΑ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αποστολή ναυτικών δυνάμεων σε μια ενεργό πολεμική ζώνη θεωρείται από αρκετές χώρες δυσανάλογος κίνδυνος. Σε αυτό προστίθεται και η διάκριση μεταξύ «πολιτικής συμμετοχής» (δήλωση στήριξης, περιορισμένος ρόλος σε δομές σχεδιασμού) και «στρατιωτικής συμμετοχής υψηλού ρίσκου», η οποία οδηγεί αρκετές κυβερνήσεις να επιλέγουν τις χαμηλότερου ρίσκου βαθμίδες. Ισχύει, φυσικά, και στην περίπτωση αυτή, ότι το Ιράν δεν φαίνεται αποφασιστικά ηττημένο, επομένως η εναντίωση, σε στρατιωτικό μάλιστα επίπεδο, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες δυσμενείς συνέπειες. Πολλοί δε εταίροι δεν είναι διατεθειμένοι να μοιρασθούν την πολιτική ευθύνη μιας επιχείρησης, της οποίας η αποτυχία —με όρους αποκαταστάσεως της ναυσιπλοΐας και ασφαλιστικής κανονικότητας— προβάλλει ήδη ως ιδιαίτερα πιθανή, και θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον ζητεί να διαμοιράσει το κόστος μιας επιλογής στην οποία οι ίδιοι δεν είχαν ουσιαστικό λόγο.
Ακόμη και χώρες που έχουν σαφές συμφέρον από τη σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς μπορεί να προτιμήσουν να συμβάλουν οικονομικά ή διπλωματικά, παρά στρατιωτικά, αλλά και κάνοντας ιδαιίτερες συμφωνίες με το Ιράν, όπως έκαναν ήδη η Ινδία, η Κίνα, η Τουρκία και άλλες. Ορισμένες κυβερνήσεις εκτιμούν ότι μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη περιφερειακή κλιμάκωση, χωρίς να υπάρχει εγγύηση ότι θα αποκατασταθεί πράγματι η εμπορική ναυσιπλοΐα. Στο παρασκήνιο λειτουργεί επίσης η προσδοκία ότι, αν η αμερικανική πρωτοβουλία αποτύχει, το πολιτικό κόστος θα βαρύνει κυρίως την Ουάσιγκτον, ενώ όσοι κράτησαν αποστάσεις θα διατηρήσουν μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στο μέλλον.
Στο πλαίσιο αυτό, η αμερικανική διπλωματία διαθέτει ορισμένους μοχλούς πιέσεως. Οι αμυντικές σχέσεις, η πρόσβαση σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, οι εμπορικές συμφωνίες και οι δασμοί ή ακόμη και η γενικότερη πολιτική συνοχή του ΝΑΤΟ μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα ενθαρρύνσεως ή πιέσεως προς τους συμμάχους. Ωστόσο, η χρήση τέτοιων μοχλών δεν εγγυάται επιτυχία, διότι τα κράτη τείνουν να αποφεύγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις όταν οι στόχοι τους παραμένουν ασαφείς, όταν η κλίμακα των επιχειρησιακών απαιτήσεων δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο της πολιτικής ρητορικής, και όταν υπάρχει διάχυτη πεποίθηση ότι η αποτυχία της εκστρατείας είναι πιθανότερη από την επιτυχία της.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Ελλάδα διαθέτει τη μεγαλύτερη εμπορική ναυτιλία στον κόσμο και έχει άμεσο συμφέρον από την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Ωστόσο, οι επιχειρησιακές δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού είναι περιορισμένες σε σχέση με τις απαιτήσεις μιας τέτοιας αποστολής: ήδη μία ελληνική φρεγάτα επιχειρεί στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αποστολής Aspides, ενώ δύο ακόμη φρεγάτες επιχειρούν στην περιοχή της Κύπρου λόγω των ιρανικών επιθέσεων με αεροχήματα. Η αποστολή πρόσθετων μονάδων στο Ορμούζ θα αποδυνάμωνε υπερβολικά την ελληνική ναυτική παρουσία έναντι της διαρκούς απειλής της Τουρκίας. Για την Ελλάδα, κάθε μονάδα που δεσμεύεται μακριά από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αυξάνει τη σχετική ελευθερία κινήσεων της Τουρκίας και μειώνει την αξιοπιστία της εθνικής αποτροπής. Η αποδυνάμωση αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική σε μια περίοδο κατά την οποία ούτε το ΝΑΤΟ ούτε οι ευρωπαϊκοί σύμμαχοι παρέχουν σαφείς εγγυήσεις ασφάλειας προς την Ελλάδα, ενώ ορισμένα από τα ίδια κράτη εξοπλίζουν την Τουρκία.
Παρά ταύτα, υπάρχει και μια αντίθετη παράμετρος. Εάν η Τουρκία επέλεγε να συμμετάσχει στην επιχείρηση για λόγους γεωπολιτικής αναβαθμίσεως, η πλήρης απουσία της Ελλάδος θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα γεωπολιτικής ισορροπίας. Η Άγκυρα θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη συμμετοχή της για να ανορθώσει τη διεθνή εικόνα της ως απαραίτητου στρατηγικού εταίρου της Δύσεως και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση σε άλλα ζητήματα, όπως οι διαφορές στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει ήδη αναπτύξει κρίσιμη τεχνογνωσία χαμηλού κόστους αναχαιτίσεως μη επανδρωμένων απειλών μέσω της εμπειρίας φρεγατών όπως η «Ψαρά» στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που συνιστά διαπραγματεύσιμο κεφάλαιο, αλλά όχι απεριόριστο πόρο. Η ελληνική πολιτική καλείται επομένως να ισορροπήσει μεταξύ δύο αντιφατικών πραγματικοτήτων: της ανάγκης προστασίας της ελληνικής ναυτιλίας και της ανάγκης διατηρήσεως της εθνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας αφ’ ενός, και της παγίας φιλειρηνικής θέσεως της χώρας, των πεπερασμένων δυνατοτήτων της και της ανάγκης αποφυγής στρατηγικής «διαχύσεως» δυνάμεων (overstretch/overreach) αφ’ ετέρου.
Η κρίση του Ορμούζ καταδεικνύει τελικώς ότι η συζήτηση περί συνοδείας εμπορικών πλοίων συχνά συγκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική πραγματικότητα. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας σε έναν τόσο περιορισμένο και επικίνδυνο θαλάσσιο χώρο δεν μπορεί να εξασφαλισθεί με συμβολικές κινήσεις ή με περιορισμένη παρουσία ολίγων φρεγατών. Απαιτεί σαφή στρατηγικό στόχο, ορισμένο με κριτήρια επιχειρησιακά και χρηματοοικονομικά, και αντίστοιχη στρατιωτική προσπάθεια που λαμβάνει υπ’ όψιν το πλέγμα A2/AD, το ισοζύγιο πυρομαχικών, την οικονομία του κόστους αναχαιτίσεως και τη συμπεριφορά της ασφαλιστικής αγοράς. Όσο αυτή η αντιστοιχία μεταξύ πολιτικών δηλώσεων και επιχειρησιακών απαιτήσεων δεν επιτυγχάνεται, τόσο η διεθνής συμμαχία που επιχειρείται να συγκροτηθεί θα παραμένει αμφίβολη, η κρίση θα διατηρεί την επικινδυνότητά της, και το κύρος της Ουάσιγκτον θα φθείρεται.