Το δοκίμιο αυτό απαντά στο εξής ερώτημα: Με ποιόν τρόπο η στρατηγική ασάφεια εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα περιφερειακών και παγκόσμιων δρώντων από μια οριστική διευθέτηση του ιρανικού ζητήματος;
Το δοκίμιο αυτό εξετάζει γιατί οι επαναλαμβανόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν καταλήγουν συστηματικά χωρίς οριστική συμφωνία και γιατί το γεγονός αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αποτυχία της διπλωματίας. Υποστηρίζεται ότι η στρατηγική ασάφεια λειτουργεί ως σταθεροποιητικός μηχανισμός μέσα σε ένα ευρύτερο περιφερειακό και παγκόσμιο σύστημα, και όχι ως προβληματική ή ανεπαρκής διπλωματία. Το ιρανικό καθεστώς αντιμετωπίζεται ως δομικός κόμβος σε ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων που περιλαμβάνει την Τουρκία, τη Ρωσία, την Κίνα, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το πρόβλημα του πυρηνικού προγράμματος είναι τεχνικό ζήτημα της διπλωματίας και στρατηγικής, η απομονωμένη διευθέτηση του οποίου δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι.
Με αναφορά στο θουκυδίδειο σχήμα Φόβος–Τιμή–Συμφέρον, το δοκίμιο δείχνει πώς η παρατεταμένη εκκρεμότητα συντηρεί μια κατάσταση «ανεσταλμένης σύγκρουσης», επωφελούς για την πλειονότητα των δρώντων. Η ασάφεια διασώζει το κύρος, αναβάλλει συστημικές ανατροπές και επιτρέπει σταδιακές προσαρμογές χωρίς τη λήψη καθοριστικών αποφάσεων. Ιστορικά η ειρήνη λειτουργεί συχνότερα ως παύση και όχι ως επίλυση αντιθέσεων. Το συμπέρασμα είναι ότι η εμμονή της ιρανικής εκκρεμότητας αντανακλά κοινά κίνητρα αντιπάλων και εταίρων, καθιστώντας την οριστική λύση απίθανη όσο η ασάφεια παραμένει λειτουργική.
Για ακόμη μία φορά, έμμεσες συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αναζωπυρώνονται στο Ομάν, μέσα σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης στρατιωτικών δυνάμεων, περιφερειακής αστάθειας και τελετουργικής διπλωματικής αισιοδοξίας. Για τη δυτική κοινή γνώμη, το φαινόμενο λειτουργεί ως ανάπαυλα αισιοδοξίας, αλλά και ως ελπίδα ότι κάτι θετικό θα προκύψει και για τον Ιρανικό λαό. Πίσω όμως από τους τακτικούς ελιγμούς και τις συναισθηματικές προσδοκίες αναδύεται μια βαθύτερη πραγματικότητα: η επί χρόνια επαναλαμβανόμενη αδυναμία επίτευξης οριστικής συμφωνίας, που δεν είναι τυχαία. Αντανακλά τις ισορροπίες ενός συστήματος, στο οποίο η παρατεταμένη ασάφεια εξυπηρετεί τα συμφέροντα περισσότερων δρώντων από ό,τι μια καθαρή διευθέτηση.
Απαραίτητη είναι η σαφής διάκριση μεταξύ δύο ζητημάτων που συχνά συγχέονται. Ο περιορισμός ή ακόμη και η κατάργηση ενός πυρηνικού προγράμματος δεν ισοδυναμεί με μετασχηματισμό του πολιτικού καθεστώτος που το διαχειρίζεται. Ένα μη πυρηνικό Ιράν, υπό την ίδια ιδεολογική και θεσμική δομή, θα παρέμενε αναθεωρητικός και περιφερειακά αποσταθεροποιητικός δρων. Η ένταση στο ευρύτερο Λεβάντε δεν πηγάζει μόνο από τεχνικά όρια εμπλουτισμού ουρανίου, αλλά από την πολιτική αρχιτεκτονική που κατευθύνει την ιρανική ισχύ και την εξωτερική της συμπεριφορά.
Υπό αυτό το πρίσμα, η στρατηγική ασάφεια αποκτά πρακτική σημασία: διατηρεί μια κατάσταση ελεγχόμενης έντασης, προβλέψιμης και διαχειρίσιμης. Αντίθετα, ένα ουσιαστικά μετασχηματισμένο, και μάλιστα δυτικόστροφο Ιράν—δηλαδή τουλάχιστον μη εχθρικό προς το Ισραήλ—θα εισήγαγε αβεβαιότητες τέτοιας κλίμακας, ώστε ελάχιστοι περιφερειακοί ή παγκόσμιοι δρώντες θα ήταν σε θέση να τις διαχειριστούν αποτελεσματικά. Η βαθιά επίλυση δεν θα σταθεροποιούσε το σύστημα· πιθανότατα θα το αποσταθεροποιούσε. Το Ιράν μέσα ως μέλος τριπολικού περιφερειακού συστήματος
Η λογική αυτή καθίσταται σαφέστερη όταν το Ιράν δεν εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός τριγώνου με την Τουρκία και τη Ρωσία [βλ. Papastavrou A.-T. (2025). Thucydidean geopolitics for the educated layperson, Chapter 16 — Geopolitical Connection of Turkey-Russia-Iran. E-Book, Lulu.com (Publishers)]. Οι τρεις αυτές δυνάμεις συγκροτούν μια χαλαρή και ασταθή διάταξη, όπου ο ανταγωνισμός συνυπάρχει με τακτικές συμπλεύσεις και αμοιβαία καχυποψία. Δεν πρόκειται ούτε για συμμαχία ούτε για ανοιχτή αντιπαλότητα, αλλά για μια ισορροπία συνεχούς προσαρμογής, στην οποία καμμία πλευρά δεν επιδιώκει οριστική λύση, ακριβώς επειδή αυτή θα ανέτρεπε το σημείο ισορροπίας από το οποίο αντλεί πλεονεκτήματα.
Για την Τουρκία, ο ιρανικός ανταγωνισμός με το Ισραήλ και τη Δύση γενικότερα ενισχύει τη γεωπολιτική της σημασία, με άμεσες επιπτώσεις για τα δυτικά συμφέροντα. Ο ρόλος της Άγκυρας ως σουνιτικού αντισταθμίσματος, διαμεσολαβητή και ισχυρού στρατιωτικού παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Λεβάντε εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη ενός σιιτικού ριζοσπαστικού πόλου. Η αντιπαλότητα αυτή συντηρεί μια περιφερειακή αρχιτεκτονική μέσα στην οποία η Τουρκία παρουσιάζεται ως αναντικατάστατη στη διαχείριση κρίσεων και στην ανάσχεση κινδύνων. Ένα ουσιαστικά εξομαλυμένο Ιράν θα υποχρέωνε τις δυτικές δυνάμεις να επανεκτιμήσουν το βάρος και την εξισορροπητική ισχύ που αποδίδουν στην Τουρκία.
Το Ισραήλ θα αντιμετώπιζε ποιοτική μεταβολή. Η άρση της ιρανικής απειλής δεν θα σήμαινε μόνο ανακούφιση, αλλά και αναδιάταξη του ανταγωνισμού στο Λεβάντε, ιδίως έναντι της Τουρκίας. Χωρίς την αναγκαιότητα μόνιμης αποτροπής έναντι του Ιράν, το Ισραήλ θα αποκτούσε ουσιαστική στρατηγική αυτονομία. Για την Ουάσιγκτον, η αυτονομία του Ισραήλ—πολιτική και υλική—δεν θα γινόταν αντιληπτή ως όφελος, αλλά ως πρόβλημα, αφού θα μπορούσε να υιοθετήσει ακόμη και αποκλίνουσες επιλογές. Η υφιστάμενη αντιπαράθεση με το Ιράν διατηρεί ένα πλαίσιο ευθυγράμμισης, στρατιωτικής υποστήριξης και επιχειρησιακού συντονισμού που εντάσσει το Ισραήλ στην ευρύτερη αμερικανική διαχείριση της περιοχής. Για παράδειγμα, θα μπορούσε το Ισραήλ να υποστηρίξει ανοικτά τους Κούρδους της Συρίας, όταν οι ΗΠΑ τους εγκατέλειψαν στο έλεος των τζιχαντιστών (Ιανουάριος 2026 — βλ. Συρία και Κούρδοι: Οι συνέπειες εγκατάλειψης ενός πιστού συμμάχου)
Η Ρωσσία επωφελείται επίσης από τη διατήρηση της ιρανικής εκκρεμότητας ως μονίμου σημείου τριβής για τον δυτικό κόσμο. Η μεταξύ των ενεργειακή συνεργασία και στρατιωτική σύμπραξη εντάσσονται σε μια στρατηγική φθοράς και διάσπασης της δυτικής προσοχής. Το Ιράν λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής αστάθειας στην περιφέρεια της Ευρώπης. Μια ουσιαστική επίλυση θα μπορούσε να εντείνει τον ανταγωνισμό της Δύσης με τη Ρωσσία σε άλλα πεδία, περισσότερο κρίσιμα για τη Ρωσσία.
Η Κίνα, από διαφορετική οπτική, αποκομίζει ανάλογα οφέλη. Το Ιράν λειτουργεί ως έμμεσο εργαλείο πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες: η μεταφορά οπλικών συστημάτων, η τεχνολογική συνεργασία και η οικονομικές συναλλαγές (> $ 35 δις. εμπορίου) επιτρέπουν άσκηση πίεσης εκ μέρους της Κίνας χωρίς άμεση αντιπαράθεση. Ένα πολιτικά εξομαλυμένο Ιράν θα έπαυε να λειτουργεί ως δυνάμει γεωπολιτικός αποσβεστήρας της Κίνας. Ένα εξομαλυμένο Ιράν θα επέτρεπε τη μετάθεση της έντασης ανατολικά, εκεί όπου τα διακυβεύματα για το Πεκίνο—Ταϊβάν, Νότια Σινική Θάλασσα—είναι υπαρξιακά.
Συνολικά, οι παράγοντες αυτοί εξηγούν γιατί οι διαπραγματεύσεις παρατείνονται επί χρόνια με προσχηματικές δεσμεύσεις και χωρίς κατάληξη. Η διαδικασία δεν αποτυγχάνει ακούσια· λειτουργεί δομικά. Η ασάφεια επιτρέπει στο Ιράν να επεκτείνει σταδιακά τις δυνατότητές του, επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να εκπέμπουν αποτροπή διατηρώντας τον ρόλο του διαμεσολαβητή, και επιτρέπει σε τρίτους να αντλούν μόχλευση από την εκκρεμότητα. Σε θουκυδίδειους όρους, δεν πρόκειται για ειρήνη, αλλά για ανεσταλμένη σύγκρουση, θεμελιωμένη στον Φόβο και στο Συμφέρον, με κρίσιμη συμβολή της Τιμής. Το ιρανικό καθεστώς προβάλλει την επιβίωση ως δικαίωση, ενώ οι Αμερικανοί πολιτικοί επικαλούνται όρια και επιθεωρήσεις ως απόδειξη υπεύθυνης διαχείρισης. Η περίπου αναλογία με την Νικίειο Ειρήνη αναδεικνύει μια ιστορικά επαναλαμβανόμενη μορφή «ειρήνης» που αναβάλλει, αντί να επιλύει, τη σύγκρουση.
Η λειτουργική αυτή ασάφεια ενισχύεται από τη φύση του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος. Όπως και άλλα φονταμενταλιστικά ισλαμιστικά συστήματα, εμφανίζει ανθεκτικότητα και αντιστέκεται στην ήττα. Περιορισμένη, μη τελειωτική στρατιωτική βία ενισχύει αντί να αποδυναμώνει τέτοια καθεστώτα. Οι λελογισμένες επιθέσεις που προκαλούν συμβολικές απώλειες ενσωματώνονται σε αφηγήσεις υπαρξιακού αγώνα, παράγουν μάρτυρες και συσπειρώνουν τις άρχουσες ελίτ.
Η ιστορική εμπειρία το επιβεβαιώνει. Η αντοχή της Χεζμπολάχ, η επιμονή της Χαμάς και η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος μετά από στοχευμένα, ακόμη και ισχυρά στρατιωτικά χτυπήματα καταδεικνύουν ότι η ισχύς, όταν δεν φθάνει στην πλήρη κατοχή, λειτουργεί περισσότερο ως ιδεολογικό “λίπασμα” παρά ως διαλυτικό της ισχύος.
Παρόμοια λογική διέπει και τις οικονομικές κυρώσεις: η πίεση μετακυλίεται στον πληθυσμό, και η ευθύνη των δεινών αποδίδεται σε εξωτερικούς εχθρούς. Οι ελίτ προσαρμόζονται μέσω των άτυπων χρηματοδοτικών μηχανισμών και των εναλλακτικών δικτύων που διαθέτουν. Η επιβίωση του καθεστώτος εξαρτάται όχι από την ευημερία του λαού, του οποίου η έγκριση δεν ζητείται, αλλά από τη θωράκιση της άρχουσας τάξης, συνήθως με στρατοκρατία και ανεξέλεγκτες μυστικές υπηρεσίες.
Μια εναλλακτική προσέγγιση με σοβαρές πιθανότητες να διαταράξει την ευημερία των καθεστώτων αυτών θα στόχευε άμεσα την άρχουσα ελίτ: περιορίζοντας την πρόσβαση σε δυτικά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. επενδύσεις στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη), καθώς και την παγκόσμια κινητικότητα—όπως η φοίτηση τέκνων σε οξφορδιανά πανεπιστήμια ή διακοπές στο Μόντε Κάρλο. Παρόμοια με τον Νόμο Magnitsky εναντίον ρώσσων ολιγαρχών, τέτοια μέτρα (πάγωμα λογαριασμών διοικητών των Φρουρών της Επανάστασης, απαγόρευση ταξειδιωτικής βίζας) έχουν αμελητέο κόστος συγκριτικά με μεγάλης κλίμακας αερο-ναυτικές κινητοποιήσεις, αλλά δεν προτιμώνται, διότι εγκυμονούν τις αβεβαιότητες που αναφέρθηκαν—εσωτερική κατάρρευση, περιφερειακό κενό—τις οποίες το ίδιο το δυτικό σύστημα εξουσίας επιλέγει να μη διαχειριστεί.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η ασάφεια επιμένει. Συντηρεί ένα σύστημα αντιπαλότητας στο οποίο η επιτυχία και η αποτυχία συγχέονται σκόπιμα, και όπου κανένας βασικός δρων δεν αναγκάζεται να αντιμετωπίσει το πλήρες κόστος της αποτυχίας/επιτυχίας, δηλαδή της μετατροπής του Ιράν σε δυτικόστροφο παράγοντα. Το τίμημα καταβάλλεται από άλλους: από τον χειμαζόμενο ιρανικό λαό.
Σε ευρύτερο ορίζοντα, η ιρανική εκκρεμότητα εντάσσεται σε έναν συνεχόμενο στρατηγικό άξονα που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, και τον λεγόμενο Ινδο-Ειρηνικό. Η ασάφεια απορροφά πόρους και προσοχή, καθυστερώντας τη σαφή αναδιάταξη των βασικών αντιπαρατιθέμενων μπλοκ ανατολικότερα. Το Ιράν λειτουργεί έτσι ως κόμβος του παγκόσμιου ανταγωνισμού, όπου η μη επίλυση του τοπικού προβλήματος αναβάλλει την εστίαση στο κύριο πεδίο αντιπαραθέσεως, με κέντρο τη νότιο Σινική Θάλασσα. Η ασάφεια δεν αποτελεί Λεβαντινική ιδιορρυθμία, αλλά τελικά μηχανισμό σταθερότητας σε ένα ολοένα και πιο διασυνδεδεμένο γεωπολιτικό σύστημα.
Δείτε επίσης: Ο κόσμος σε σφαίρες επιρροής;
