EN | GR

Γεωγραφία, Διάδρομοι και η Αναζήτηση Στρατηγικής Προστιθέμενης Αξίας

Το δοκίμιο αυτό επιχειρεί να απαντήσει στα εξής ερωτήματα:

1. Είναι ο τουρκικός νεο-οθωμανισμός απλώς έκφραση αυτοκρατορικής φιλοδοξίας, ή η ορθολογική γεωστρατηγική προσπάθεια αποτροπής γεω-οικονομικής παρακάμψεως σε έναν κόσμο οργανωμένο σε διαδρόμους ροής πλούτου;

2. Ποιές είναι οι στρατηγικές συνέπειες;

Περίληψη

Το δοκίμιο αυτό υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος τουρκικός νεο-οθωμανισμός δεν αποτελεί πρωτίστως ιδεολογική αναβίωση, αλλά γεωστρατηγική απάντηση σε μια δομική ανασφάλεια. Ελλείψει δημογραφικού, οικονομικού και τεχνολογικού βάθους μεγάλης δυνάμεως, η Τουρκία επιχειρεί να προσδώσει στη γεωγραφική της θέση στρατηγική προστιθέμενη αξία, επιδιώκοντας να καταστεί αναγκαίος κόμβος στους διαδρόμους πλούτου που συνδέουν την ανατολική Ευρασία με την Ευρώπη. Οι χερσαίες αρχιτεκτονικές που προκρίνει (Μεσαίος Διάδρομος (τμήμα Zangezur), Development Road του Ιράκ) αποσκοπούν στην ενίσχυση αυτού του ρόλου, αλλά προσκρούουν στην αστάθεια των περιοχών και σε συστημικούς περιορισμούς.

Η ανάδυση του IMEC, εδραζόμενου στη θαλάσσια λογική του Παρακτίου Μετώπου (Rimland), δημιουργεί τον κίνδυνο γεω-οικονομικής παρακάμψεως της Τουρκίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η τουρκική κινητικότητα στο Λεβάντε, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Κέρας της Αφρικής ερμηνεύεται όχι ως επιδίωξη γενικευμένου πολέμου, αλλά ως ορθολογική στρατηγική αύξησης του κόστους των εναλλακτικών διαδρόμων μέσω διαρκούς όχλησης.

Μέσα από θουκυδίδειο πρίσμα, ο νεο-οθωμανισμός αναλύεται ως σύνθεση Φόβου, Συμφέροντος και Τιμής, δηλαδή ως προσπάθεια αποτροπής περιθωριοποίησης σε έναν κόσμο όπου η παραγωγή πλούτου οργανώνεται γύρω από διαδρόμους ισχύος.


Ο Τουρκικός νεο-οθωμανισμός

Η τουρκική στροφή προς τον λεγόμενο νεο-οθωμανισμό συχνά ερμηνεύεται ως ιδεολογική αναβίωση ή ως προσωπικό εγχείρημα της πολιτικής ηγεσίας, που μάλιστα διαπερνά όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και τα δύο έχουν μερίδιο στην αλήθεια. Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, παραμένει εγκλωβισμένη στο ιδεολογικό και πολιτειακό εποικοδόμημα και αναμένει από τον γεωπολιτικό παρατηρητή την ανίχνευση της υλικής του βάσεως. Το φαινόμενο δεν είναι πρωτίστως πολιτισμικό· είναι γεωστρατηγικό. Η ουσία του βρίσκεται στην προσπάθεια της Τουρκίας να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία από τη μοναδική γεωγραφική της θέση, ώστε να καταστεί αναγκαίος κόμβος στον παγκόσμιο καταμερισμό της αξίας και των ροών του πλούτου—δηλαδή μέσα στη λογική των διαδρόμων, των κόμβων και των σημείων στρατηγικής συμπίεσης.

Η Δομική Ανασφάλεια της Τουρκίας

Η Τουρκία φαίνεται και συμπεριφέρεται σαν τοπική υπερδύναμη διότι έχει μεγάλο στρατό. Δεν διαθέτει όμως το δημογραφικό, οικονομικό ή τεχνολογικό βάθος μιας υπερδύναμης. Δεν είναι ενεργειακός γίγαντας, ούτε χρηματοπιστωτικό κέντρο. Εξαρτάται από ξένες επενδύσεις, οι οποίες δεν εισρέουν με τον απαιτούμενο ρυθμό, και από εξαγωγές, τις οποίες επιχειρεί να στηρίξει μέσω διαρκούς διολίσθησης της λίρας, με κόστος τον πληθωρισμό και τη διάβρωση εισοδημάτων. Η κοινωνική ανοχή στην οικονομική δυσπραγία δεν είναι απεριόριστη—και είναι κλασικό φαινόμενο η κοινωνική αναταραχή να ακολουθεί την ανέχεια με καθυστέρηση. Ακόμη και οι εξαγωγές αμυντικού υλικού, παρ’ ότι εντυπωσιακές, δεν συνιστούν από μόνες τους σταθερή βάση ισχύος εάν δεν υποστηριχθούν από διαρκές επενδυτικό κεφάλαιο και τεχνολογική ανανέωση.

Παράλληλα, ένας βαθύτερος υπαρξιακός παράγων—ο φόβος του διαμελισμού—συνεχίζει να βαραίνει τη στρατηγική ψυχολογία του μετα-οθωμανικού κράτους. Η πολυεθνοτική του σύνθεση, κατάλοιπο του αυτοκρατορικού παρελθόντος, συνδέεται με μια ιστορική εμπειρία βιαίων ρήξεων και τραυμάτων. Οι γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων στις αρχές του 20ού αιώνα, η μακρά και αιματηρή σύγκρουση με τον κουρδικό παράγοντα, καθώς και η συρρίκνωση της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινουπόλεως μετά τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1955—τα οποία συνδέθηκαν άμεσα με το Κυπριακό ζήτημα και συνιστούν παραβίαση του πνεύματος της Συνθήκης της Λωζάνης—αποτελούν σταθερά σημεία της τουρκικής ιστορικής μνήμης. Ανεξαρτήτως ηθικής αξιολογήσεως, αυτά τα γεγονότα διαμορφώνουν μια διαρκή κρατική ευαισθησία απέναντι σε κάθε ζήτημα ταυτότητας, ιδίως αν αυτό συνδέεται με συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Το τουρκικό κράτος, με έντονα στρατοκρατικά στοιχεία, τείνει να αντιμετωπίζει τέτοια ζητήματα ως ζητήματα εθνικής ασφαλείας. Η θεώρηση των ταυτοτικών ζητημάτων ως ζητημάτων ασφαλείας δεν αποτελεί απλώς διοικητική πρακτική· συγκροτεί δομικό στοιχείο της στρατηγικής κουλτούρας της Άγκυρας. Η εσωτερική ανασφάλεια που παράγεται από αυτήν τη λογική μετατρέπεται συχνά σε εξωτερική κινητικότητα, καθώς η προβολή ισχύος λειτουργεί ως μηχανισμός εσωτερικής συσπείρωσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα της Τουρκίας είναι η γεωγραφία: η θέση της μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου, μεταξύ Καυκάσου και Λεβάντε. Όμως η γεωγραφία, από μόνη της, δεν παράγει ισχύ. Παράγει ισχύ μόνον όταν μετατρέπεται σε αναγκαιότητα για τους άλλους—όταν δηλαδή η χώρα δεν είναι απλώς “μία γέφυρα” που μπορεί και να παρακαμφθεί, αλλά υποχρεωτικό πέρασμα που, αν διαταραχθεί, αυξάνει το κόστος ολόκληρου του συστήματος. Το ερώτημα που διατρέχει τη σύγχρονη τουρκική στρατηγική σκέψη είναι, συνεπώς, σαφές: πώς αυτή η γεωγραφία θα μετατραπεί σε μηχανισμό εξαναγκασμού και μόχλευσης—σε κόμβο όπου εμπορικές, ενεργειακές και στρατηγικές ροές καθίστανται εξαρτώμενες από τουρκικό έλεγχο ή τουρκική ανοχή. Το καθεστώς των Στενών προσφέρει ήδη στην Άγκυρα ένα πρότυπο μετατροπής της γεωγραφίας σε μοχλό ελέγχου· η τρέχουσα επιδίωξή της είναι να επεκτείνει αυτή τη λογική, ώστε το σύνολο της επικράτειάς της να λειτουργεί ως “βαλβίδα” του ευρασιατικού συστήματος ροών.

Από τη Γεωγραφία στη Λογική των Διαδρόμων

Προκειμένου, λοιπόν, η Άγκυρα να μεταφράσει τη θεωρητική αξία “γεωγραφική θέση” στην αντίστοιχη “εξαργυρώσιμη αξία”, δηλαδή διαδρόμους πλούτου, προκρίνει τη μετατροπή ολόκληρης της χώρας σε κόμβο διέλευσης αγαθών, ενέργειας και δεδομένων, κυρίως κατά μήκος του άξονα Ανατολής–Δύσεως, με προβολές και προς τον δευτερεύοντα άξονα Βορρά–Νότου.

Δύο είναι τα σχέδια που φαίνεται να έχουν προοπτική:

Πρώτον, η δυτική προέκταση της Belt & Road Initiative, μέσω της διασύνδεσης Κασπίας–Baku–Zangezur (Αρμενία)–Kars (Τουρκία). Πρόκειται για τον λεγόμενο “Μεσαίο Διάδρομο”, που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ανατολική Ασία με την Ευρώπη παρακάμπτοντας τη Ρωσσία και τον ηυξημένης επικινδυνότητας ιρανικό άξονα, κερδίζοντας παράλληλα πλεονέκτημα στον ιδιότυπο εσωτερικό ανταγωνισμό του συστήματος Τουρκίας–Ιράν–Ρωσσίας (Papastavrou, 2025b).

Δεύτερον, το σχέδιο Development Road του Ιράκ, που εκκινεί από το λιμάνι Grand al-Faw του Περσικού Κόλπου, διατρέχει το Ιράκ μέχρι τα σύνορα με την Τουρκία (Ovaköy) και, μέσω Τουρκίας, επιδιώκεται να φθάσει στην Δυτική Ευρώπη. Η προέκταση αυτού του διαδρόμου προς τον Καύκασο και ενδεχομένως προς τη Ρωσσία συγκροτεί μια τουρκοκεντρική χερσαία γέφυρα εξαιρετικής σημασίας.

Η φιλοδοξία είναι σαφής: η Τουρκία, υπερβαίνοντας τις ποικίλες δυσκολίες, να καταστεί ο αναντικατάστατος ενδιάμεσος μεταξύ της Ευρασιατικής Ενδοχώρας (Heartland) και Ευρώπης.

Το Δομικό Πρόβλημα

Εδώ ανακύπτει η κεντρική δυσκολία. Οι ζώνες διέλευσης των διαδρόμων που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν την Τουρκία χαρακτηρίζονται από έντονη αστάθεια: Καύκασος, Βόρειο Ιράκ, Συρία. Εθνοτικές συγκρούσεις, θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, αδύναμα ή υπό αίρεσιν κρατικά μορφώματα.

Η Τουρκία, για να καταστήσει βιώσιμη την αξία των διαδρόμων που την ενδιαφέρουν, οφείλει να επηρεάζει, να ελέγχει ή τουλάχιστον να διαμορφώνει το περιβάλλον ασφαλείας των περιοχών από τις οποίες αυτοί διέρχονται. Από εδώ πηγάζει η επεκτατική της κινητικότητα, η οποία διευκολύνεται από τα έντονα στρατοκρατικά χαρακτηριστικά της κρατικής της δομής. Η παρουσία στη Συρία, η εδραίωση της στρατιωτικής κατοχής στη βόρεια Κύπρο, η εμπλοκή στη Λιβύη και η στρατιωτική βάση στη Σομαλία δεν αποτελούν αποσπασματικές κινήσεις. Συνιστούν στοιχεία μιας συνεκτικής προσπάθειας συγκρότησης στρατηγικού βάθους κατά μήκος ενός διευρυμένου γεωγραφικού τόξου.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο νεο-οθωμανισμός δεν συνιστά απλώς ρομαντική αναβίωση της αυτοκρατορικής μνήμης. Λειτουργεί ως ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο που νομιμοποιεί και συνοδεύει τη βασική στρατηγική γεω-οικονομικής αξιοποίησης της χώρας. Η επίκληση της ιστορικής συνέχειας και της αυτοκρατορικής κληρονομιάς δεν είναι διακοσμητική· παρέχει εσωτερική συνοχή και συναισθηματική κινητοποίηση, επιτρέποντας στη στρατηγική των οικονομικών διαδρόμων και του βάθους να εγγράφεται στο συλλογικό φαντασιακό ως φυσική προέκταση της εθνικής ταυτότητας, και ως παράγων ενίσχυσης της τουρκικής εθνικής Τιμής.

Η Αντιπαράθεση των Αρχιτεκτονικών

Το τουρκικό σχέδιο των χερσαίων διαδρόμων δεν εξελίσσεται σε κενό. Αντιμετωπίζει περιορισμούς που απορρέουν τόσο από τη γεωγραφία όσο και από το πολιτικό περιβάλλον των περιοχών διέλευσης. Ο Μεσαίος Διάδρομος μέσω Καυκάσου και Κασπίας, καθώς και το Development Road του Ιράκ, διατρέχουν ζώνες υψηλής αστάθειας, με εθνοθρησκευτικές εντάσεις, εύθραυστα κρατικά μορφώματα και διασταυρούμενο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Η ασφάλεια των διαδρομών αυτών δεν προκύπτει αυτόματα, ούτε μπορεί να διασφαλισθεί μονομερώς από την Άγκυρα. Απαιτεί συνεννοήσεις, οι οποίες πολλές φορές δεν ευνοούνται από τις κακές σχέσεις που έχει δημιουργήσει η ίδια η Τουρκία.

Πέραν των γεωγραφικών και εθνοτικών περιορισμών, μεγαλύτερη ακόμη σημασία έχει και ένας συστημικός περιορισμός: οι άξονες αυτοί εξυπηρετούν πρωτίστως τη διασύνδεση Κίνας–Ευρώπης, γεγονός που τους εντάσσει στον ευρύτερο ανταγωνισμό της ηγεμονικής δύναμης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Πεκίνο. Δεν αποτελούν, επομένως, ουδέτερο τεχνικό έργο, αλλά μη ευνοούμενη γεωπολιτική επιλογή.

Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο έχει διαμορφωθεί μια ακόμη αρχιτεκτονική διαδρόμου: ο IMEC. Εδράζεται στη θαλάσσια λογική του Παρακτίου Μετώπου (Rimland), συνδέοντας την Ινδία μέσω Αραβικού Κόλπου με την Αραβική Χερσόνησο, το Ισραήλ και από εκεί με την Ευρώπη μέσω Ελλάδος. Στηρίζεται σε ήδη λειτουργικές θαλάσσιες γραμμές και σε υφιστάμενες χερσαίες υποδομές που διέρχονται μέσα από περιοχές χωρίς ειδικές γεωγραφικές δυσκολίες. Προϋποθέτει σχετική σταθερότητα στο Λεβάντε και ασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα, και αυτοί είναι οι λόγοι που δεν έχουν επιτρέψει τη λειτουργία του μέχρι τώρα: το Παλαιστινιακό και το Συριακό πρόβλημα, η επίλυση των οποίων χρονίζει.

Για την Άγκυρα, ο IMEC δεν είναι απλώς ανταγωνιστικό σχέδιο. Συνιστά υπαρξιακή πρόκληση. Εάν η κύρια ροή πλούτου μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης σταθεροποιηθεί μέσω Αραβικής Χερσονήσου και Ανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία μετατρέπεται από δυνητικά αναντικατάστατο κόμβο σε παρακαμπτόμενη παρόδια χώρα. Σε μια τέτοια εξέλιξη, το νεο-οθωμανικό αφήγημα χάνει το υλικό του υπόβαθρο, καθώς η γεωγραφία παύει να λειτουργεί ως μοχλός γεω-οικονομικής ισχύος.

Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής. Η Άγκυρα αποφεύγει συστηματικά την ευθεία στρατιωτική αναμέτρηση όταν η έκβαση δεν προδιαγράφεται ευνοϊκή. Επιλέγει να δρα με τη μέθοδο της ημισελήνου: βαθμιαία περικύκλωση με προκλήσεις και τετελεσμένα χωρίς να υπερβαίνει το κατώφλι προκλήσεως πολέμου· αυξάνει τη στρατηγική όχληση για τους αντιπάλους της χωρίς να προκαλεί σύγκρουση πλήρους κλίμακας. Η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, ενώ της παρέχει ασφάλεια, δεν φαίνεται να την περιορίζει αρκετά ως προς τον αναθεωρητισμό. Στο Λεβάντε, η στήριξη προς τη Χαμάς, η διαρκής στρατιωτική παρουσία και παρεμβατικότητα στη βόρεια Συρία, καθώς και η συστηματική καταδίωξη των κουρδικών δομών, εμποδίζουν τη διαμόρφωση σταθερού μεταπολεμικού πλαισίου ανεξάρτητου από τουρκική επιρροή. Στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Κέρας της Αφρικής, η στρατιωτική εγκατάσταση στη Σομαλία και η στενή σύνδεση με το Κατάρ επεκτείνουν την τουρκική ακτίνα επιρροής σε ζωτικές θαλάσσιες αρτηρίες. Στη Λιβύη, η ενεργός εμπλοκή παγιοποιεί ένα γεωγραφικό αποτύπωμα που επηρεάζει ολόκληρη την κεντρική Μεσόγειο, ενώ η διαχρονική πολιτική επαφή με δίκτυα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας διατηρεί δυνητικούς μοχλούς πίεσης προς το Κάιρο.

Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η αναθεωρητική ρητορική περί επανεξέτασης της Συνθήκης της Λωζάνης, η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς και οι διεκδικήσεις εκτεταμένων θαλασσίων ζωνών και η απειλή πολέμου (Papastavrou, 2025a) συνιστούν όχι απλώς διαπραγματευτική πίεση, αλλά συστηματική προσπάθεια μεταβολής του ισχύοντος καθεστώτος χωρίς πόλεμο, με ανεπαισθήτως εγκαθιστάμενα τετελεσμένα, όπως οι λεγόμενες γκρίζες ζώνες, η αποχή μας από άσκηση διακιωμάτων, η αποδοχή της επ΄ αόριστον δεσμεύσεως του μισού Αιγαίου με NAVTEX, οι διαρκείς παραβιάσεις χωρικών υδάτων από αλιευτικά. Το αποτέλεσμα δεν είναι κάποια δραστική μεταβολή, που ούτως ή άλλως η Τουρκία δεν μπορεί να επιβάλει, αλλά δομημένη ανασφάλεια και ελεγχόμενη αποσταθεροποίηση, επαρκής ώστε να αποτρέπει τη λειτουργία κάθε αρχιτεκτονικής που επιδιώκει πρόοδο στην περιοχή, όπως οι διάφορες διασυνδέσεις που αναβάλλονται επ΄ αόριστον και κυρίως ο IMEC.

Η τεχνική αυτή δεν είναι πρωτότυπη, ούτε τουρκικής εμπνεύσεως· εφαρμόζεται συστηματικά από την Κίνα έναντι της Ταϊβάν (Papastavrou, 2025b), το δε δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας είναι ταυτόσημο με το κινεζικό δόγμα Blue Soil (Cheng, 2013 & 2016), που εφαρμόζεται συστηματικά στη Νότια Σινική Θάλασσα από το 2010.

Το Ενοποιημένο Θέατρο Επιχειρήσεων

Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η Ερυθρά Θάλασσα και ο Κόλπος του Άντεν συγκροτούν τον ενιαίο θαλάσσιο διάδρομο Ευρώπης–Ινδίας, που πλαισιώνει τον IMEC. Διαταραχή ή προσβολή σε οποιοδήποτε σημείο επηρεάζει ολόκληρο το σύστημα. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της τουρκικής συμπεριφοράς, η Άγκυρα το αντιλαμβάνεται πράγματι αυτήν την πραγματικότητα. Η απάντηση των Παρακτίων Χωρών (Rimland), και ιδιαίτερα του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ελλάδος δεν μπορεί να είναι τοπική. Εφ΄ όσον η στρατηγική λογική αντιλαμβάνεται το ενοιαίο πεδίο του θαλασσίου διαδρόμου, τότε και η αποτροπή πρέπει να ασκείται με ενιαίο τρόπο ως άρνηση περιοχής.

Η σύμπλευση Ελλάδος–Κύπρου–Ισραήλ δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά γεωγραφική αναγκαιότητα. Εφ’ όσον είναι οι μόνες χώρες-φορείς του Δυτικού Πολιτισμού στημ περιοχή, το ιδεολογικό στοιχείο είναι υπαρκτό αλλά έπεται. Η τεχνική δυνατότητα ενοποίησης του πεδίου από την Αλεξανδρούπολη έως τις ακτές του Λεβάντε, και από εκεί ως τον Ινδικό Ωκεανό—σε συνεργασία με Ινδία και δυτικόστροφα αραβικά κράτη—γίνεται για πρώτη φορά ρεαλιστική πραγματικότητα. Η αποτροπή μετατρέπεται έτσι από άμυνα σημείου σε άρνηση περιοχής.

Συμπέρασμα

Ο νεο-οθωμανισμός δεν είναι ρομαντισμός. Είναι απάντηση σε έναν θουκυδίδειο φόβο: τον φόβο της γεω-οικονομικής παρακάμψεως. Από τον φόβο γεννάται το συμφέρον· από το συμφέρον προκύπτει η επέκταση βάθους· και η τιμή προσφέρει το εσωτερικό περίβλημα νομιμοποίησης. Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει την ασταθή γεωγραφία της σε αναγκαία αξία. Όμως η γεωγραφία αποδίδει ισχύ μόνον όταν μπορεί να εγγυηθεί ασφάλεια. Εάν δεν μπορεί, οι εναλλακτικές αρχιτεκτονικές θα επικρατήσουν.

Σε τελική ανάλυση, η τουρκική ώθηση δεν είναι επέκταση από ισχύ. Είναι αναζήτηση ισχύος μέσω γεωγραφίας. Και αυτό, στην ιστορία των μεγάλων ανταγωνισμών, αποτελεί πάντοτε εγχείρημα υψηλού ρίσκου.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

Cheng, D. (2013). China’s “Blue Soil” - War On The Rocks. War On The Rocks;

Cheng, D. (2016). China’s “Blue Soil.” The Heritage Foundation;

Papastavrou, A.-T. (2025a). Casus belli: Greco-Turkish Relations. Medium;

Papastavrou, A.-T. (2025b). Thucydidean geopolitics for the educated layperson. Lulu.com (Publisher);

Δείτε επίσης: The Southern Rimland and the Logic of Strategic Depth;

Map 1: Middle Corridor - The Zangezur connection

Χάρτης 1: Ο Μέσος Διάδρομος - Η διασύνδεση του Zangezur: Ένα δύσκολο έδαφος σε ακόμη δυσκολότερο γεωπολιτικό περιβάλλον

Map 2: Middle Corridor - The Iraqi Development Road

Χάρτης 2: Το Νότιο Τμήμα του Μέσου Διαδρόμου - Ένα φιλόδοξο Ιρακινό σχέδιο που ελπίζει να γίνει η συνεκτική ουσία φυλών και θρησκευτικών φατριώνκατά μήκος της χώρας

Map 3: The Three-Competing-Corridors

Χάρτης 3: Εποπτική εικόνα των τριών ανταγωνιστικών διαδόμων πλούτου. Ο φιλοδυτικός προσανατολισμός του νοτίου διαδρόμου (IMEC) αποτελεί βασικό πλεονέκτημα προς το παρόν.

Previous Post Next Post