Το δοκίμιο αυτό επιδιώκει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Θα μπορούσε η Τουρκία να καλύψει ένα περιφερειακό κενό ισχύος που θα προέκυπτε από την αποδυνάμωση ή την κατάρρευση του καθεστώτος στο Ιράν;
2. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε να διατηρηθεί η ισορροπία ισχύος στην ευρύτερη περιοχή;
Το παρόν δοκίμιο εξετάζει τις πιθανές γεωπολιτικές συνέπειες μιας κατάρρευσης ή σημαντικής αποδυνάμωσης του καθεστώτος στο Ιράν υπό το πρίσμα μιας Θουκυδίδειας αναλυτικής προσέγγισης. Υποστηρίζεται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει στρατηγικό κενό ισχύος στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και του Λεβάντε έως τα όρια της Κεντρικής Ασίας. Ένα τέτοιο κενό είναι πιθανό να προσελκύσει την επέκταση περιφερειακών δυνάμεων που διαθέτουν γεωγραφική εγγύτητα, στρατιωτική ικανότητα και πολιτική φιλοδοξία. Μεταξύ αυτών, η Τουρκία φαίνεται να βρίσκεται στην πλέον ευνοϊκή διαρθρωτική θέση για να επιχειρήσει μια τέτοια διεύρυνση επιρροής. Υπό την ηγεσία του προέδρου Ερντογάν, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει σταδιακά μετατοπισθεί από μια συγκρατημένη και συνεργατική στάση προς μια περισσότερο αναθεωρητική και δυναμική κατεύθυνση, η οποία συχνά περιγράφεται ως νεοοθωμανική. Παρά την τυπική ένταξη της χώρας σε δυτικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ, η Άγκυρα επιδιώκει ολοένα και περισσότερο αυτόνομες γεωπολιτικές πρωτοβουλίες και αξιοποιεί κρίσεις ως μέσο διαπραγμάτευσης για την προώθηση εθνικών συμφερόντων.
Το δοκίμιο υποστηρίζει επίσης ότι ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας δεν αποτελεί απλώς συγκυριακό φαινόμενο αλλά εδράζεται σε βαθύτερα διαρθρωτικά κίνητρα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η προσπάθεια αναβάθμισης της γεωπολιτικής αξίας της τουρκικής γεωγραφίας μέσω της ανάπτυξης χερσαίων διαμετακομιστικών διαδρόμων που συνδέουν την Άπω Ανατολή με την Ευρώπη, όπως ο λεγόμενος Middle Corridor. Η ανάλυση καταλήγει ότι η αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στον ευρύτερο χώρο του Λεβάντε ενδέχεται να απαιτήσει ενίσχυση περιφερειακών αντιβάρων, μεταξύ των οποίων η στενότερη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, καθώς και η επανεξέταση του ζητήματος της κουρδικής αυτονομίας ως παράγοντα εξισορρόπησης στη γεωπολιτική διάταξη της περιοχής.
Το σύγχρονο γεωπολιτικό τοπίο στον ευρύτερο χώρο του Λεβάντε, ο οποίος εκτείνεται έως τις πύλες της Κεντρικής Ασίας, χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αβεβαιότητα. Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε σειρά παραγόντων: στην ανατροπή ή την αποδυνάμωση παγιωμένων καθεστώτων, στην ανάδυση περιφερειακών μεσαίων δυνάμεων και στη μειούμενη ικανότητα —ή βούληση— εξωπεριφερειακών δρώντων να επιβάλλουν σταθερή πολιτική τάξη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ενδεχόμενο αξίζει ιδιαίτερη προσοχή: η πιθανότητα κατάρρευσης ή σοβαρής αποδυνάμωσης του καθεστώτος στο Ιράν. Εάν ένα τέτοιο σενάριο πραγματοποιηθεί —κάτι που, παρά τις έντονες στρατιωτικές πιέσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο— είναι πιθανό να δημιουργηθεί σημαντικό κενό ισχύος σε μεγάλο μέρος αυτής της εκτεταμένης γεωγραφικής ζώνης. Το βασικό ερώτημα είναι ποιος περιφερειακός δρων θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό αυτό.
Η πλέον πιθανή υποψήφια δύναμη φαίνεται να είναι η Τουρκία. Μετά την κατάρρευση της κρατικής εξουσίας στο Ιράκ το 2003, το Ιράν επέκτεινε την επιρροή του μέσω πολιτικών δικτύων, παραστρατιωτικών οργανώσεων και ιδεολογικών δεσμών σε πολλές κοινωνίες της περιοχής. Μια παρόμοια στρατηγική ευκαιρία θα μπορούσε να εμφανισθεί εάν το πολιτικό σύστημα της Τεχεράνης αποσταθεροποιηθεί. Η λογική αυτής της εξέλιξης είναι διαρθρωτική και όχι ιδεολογική. Όπου δημιουργείται κενό ισχύος, τα γειτονικά κράτη που διαθέτουν επαρκή μέσα και φιλοδοξία τείνουν να επεκτείνουν την επιρροή τους. Με όρους Θουκυδίδειους, τα κίνητρα είναι γνώριμα: Φόβος, Τιμή και Συμφέρον, συμπληρωμένα από τη διαχρονική επιδίωξη της Κυριαρχίας.
Υπό την ηγεσία του προέδρου Ερντογάν, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει απομακρυνθεί σταδιακά από το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» προς μια περισσότερο δυναμική και αναθεωρητική στάση, η οποία συχνά περιγράφεται ως νεο-Οθωμανισμός. Η τυπική ένταξη της χώρας σε δυτικούς θεσμούς —και κυρίως στο ΝΑΤΟ— δεν έχει παύσει να υφίσταται· ωστόσο ο στρατηγικός προσανατολισμός της εμφανίζεται ολοένα πιο αμφίσημος. Ο συνδυασμός θεσμικής ένταξης και στρατηγικής απόκλισης έχει διαμορφώσει μια σχέση με τη Δύση που είναι πλέον περισσότερο συναλλακτική παρά κανονιστική. Η Άγκυρα έχει επανειλημμένα επιδείξει προθυμία να αμφισβητήσει προτιμήσεις δυτικών πρωτευουσών, να αναλάβει αυτόνομες γεωπολιτικές πρωτοβουλίες και να αξιοποιήσει κρίσεις προκειμένου να αποσπάσει πολιτικά ή οικονομικά ανταλλάγματα.
Παρά την αξιοσημείωτη στρατιωτική της ισχύ, η Τουρκία δεν διαθέτει το δημογραφικό, οικονομικό και τεχνολογικό βάθος που χαρακτηρίζει μια μεγάλη δύναμη. Οι ένοπλες δυνάμεις της αποτελούν ωστόσο το δεύτερο μεγαλύτερο στρατιωτικό σύνολο εντός του ΝΑΤΟ και έχουν επανειλημμένα αναπτυχθεί σε πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων. Παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονται στη βόρεια Συρία, ενώ παρουσία τουρκικών δυνάμεων ή σχηματισμών που υποστηρίζονται από την Άγκυρα παρατηρείται στη Λιβύη, στον Νότιο Καύκασο, στη Σομαλία και —πάνω απ’ όλα— στη συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εκβιαστική διπλωματία ως εργαλείο ισχύος
Παράλληλα, η Άγκυρα έχει επιδείξει ιδιαίτερη ικανότητα σε μια μορφή διπλωματίας που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «εκβιαστική». Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης. Η περιοδική απειλή ανοίγματος μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη έχει χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρόμοια συμπεριφορά παρατηρείται σε διαμάχες για το Αιγαίο, για τη θαλάσσια δικαιοδοσία στην Ανατολική Μεσόγειο και σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο ΝΑΤΟ. Από ρεαλιστική σκοπιά, η συμπεριφορά αυτή δεν είναι παράλογη. Αντιθέτως αντανακλά την κλασική θουκυδίδεια λογική σύμφωνα με την οποία ένα κράτος χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα μέσα για τη μεγιστοποίηση του πλεονεκτήματός του.
Εάν το καθεστώς στο Ιράν κατέρρεε ή αποδυναμωνόταν σοβαρά, οι παραπάνω τάσεις θα μπορούσαν να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία. Η Τεχεράνη ασκεί σήμερα επιρροή σε ευρύ τόξο που εκτείνεται από το Ιράκ και τη Συρία έως τον Λίβανο και την Υεμένη. Η κατάρρευση αυτού του συστήματος δεν θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην σε σταθερότητα. Αντιθέτως, θα δημιουργούσε ανταγωνιστικό πολιτικό χώρο σε σειρά εύθραυστων κρατών. Σε μια τέτοια περίπτωση η Τουρκία θα μπορούσε να επιχειρήσει ταχεία διεύρυνση επιρροής, ιδιαίτερα στο Ιράκ και στη Συρία, όπου ήδη διαθέτει στρατιωτική παρουσία και πολιτικά δίκτυα.
Για την Ευρώπη μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε ποιοτικά διαφορετική πρόκληση. Η επιρροή του Ιράν, όσο σημαντική και αν είναι, παραμένει γεωγραφικά απομακρυσμένη από τον πυρήνα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η Τουρκία, αντιθέτως, αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ και βρίσκεται στην νοτιοανατολική πύλη της Ευρώπης. Μια ουσιαστική διεύρυνση της περιφερειακής της ισχύος θα επηρέαζε άμεσα την ευρωπαϊκή στρατηγική ισορροπία, τις μεταναστευτικές ροές, τις ενεργειακές οδούς και τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Η δυσκολία, ωστόσο, εντοπίζεται εν μέρει και εντός της ίδιας της Ευρώπης. Παρά την ολοένα πιο αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να προτάσσουν διμερείς οικονομικές σχέσεις με την Άγκυρα έναντι των συλλογικών ανησυχιών ασφαλείας των νοτιοανατολικών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα στρατηγικό παράδοξο: ένα κράτος του οποίου η πολιτική αμφισβητεί ολοένα περισσότερο ευρωπαϊκά γεωπολιτικά συμφέροντα αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως εταίρος σε πρωτοβουλίες που υποτίθεται ότι προορίζονται να τα προστατεύσουν.
Η αποκατάσταση ισορροπίας στην περιοχή ενδέχεται να απαιτήσει ενίσχυση περιφερειακών αντιβάρων. Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή αραβικών κρατών της Ανατολικής Μεσογείου, μπορεί να αποτελέσει έναν τέτοιο πυρήνα εξισορρόπησης. Παράλληλα, η συζήτηση για μορφές κουρδικής αυτονομίας ή ακόμη και μελλοντικής ανεξαρτησίας θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά τη γεωπολιτική διάταξη ισχύος από την Ανατολική Μεσόγειο έως τα σύνορα της Κεντρικής Ασίας.

Μια μαξιμαλιστική εκδοχή του Κουρδιστάν, που εκτείνεται σε τέσσερες χώρες-μέλη των Ηνωμένων Εθνών. Οι κούρδοι είναι το μεγαλύτερο έθνος χωρίς κρατική υπόσταση (παλαιός χάρτης της σοβιετικής εποχής)
Η γεωπολιτική σπάνια ανέχεται κενό. Όταν δημιουργείται κενός χώρος ισχύος, δρώντες με φιλοδοξία και δυνατότητα σπεύδουν να τον καταλάβουν. Το μόνο ερώτημα είναι εάν οι υπόλοιπες δυνάμεις θα έχουν προβλέψει τις συνέπειες πριν αρχίσει ο επόμενος κύκλος επέκτασης.
Papastavrou, A.-T. (2025b). Το Υλικό Υπόβαθρο του Τουρκικού νεο-Οθωμανισμού