Η στάση ενός κράτους δεν αποτυπώνεται πάντοτε στον αριθμό των σχετικών δημοσιευμάτων. Στην περίπτωση της επίσκεψης του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο, η περιορισμένη κάλυψη από τα μεγάλα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης είναι υπαρκτή. Δεν ισοδυναμεί, όμως, με απουσία επίσημης ισραηλινής θέσης.
Στις 20 Ιουλίου, μία εβδομάδα πριν από την άφιξη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε σαφή ανακοίνωση. Επανέλαβε την «ακλόνητη υποστήριξη» του Ισραήλ στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, χαρακτήρισε απαράδεκτη τη συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία και καταδίκασε τις μονομερείς προσπάθειες μεταβολής του υφιστάμενου καθεστώτος. Ζήτησε, επίσης, την επανέναρξη των συνομιλιών για μια δίκαιη, βιώσιμη και διαρκή διευθέτηση. Επομένως, ο χαρακτηρισμός «ισραηλινή σιγή» χρειάζεται ουσιώδη διόρθωση: μπορεί να περιγράφει τη χαμηλή δημοσιογραφική προβολή, όχι όμως την επίσημη διπλωματική στάση. Η ανακοίνωση καταγράφηκε από το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών (Israel MFA, 2026)· καλύφθηκε επίσης από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Jewish News Syndicate (JNS, 2026).
Το Ισραήλ εκφράζεται με σαφήνεια υπέρ της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι, όμως, πολύ πιο συγκρατημένο όταν η συζήτηση μεταφέρεται στη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική μιας ενδεχομένης λύσεως.
Δεν έχει εξηγήσει δημοσίως πώς αντιλαμβάνεται την κατανομή των εξουσιών σε μια ομοσπονδιακή Κύπρο, πώς αξιολογεί ενδεχομένους μηχανισμούς αρνησικυρίας ούτε ποιά θα έπρεπε να είναι η δομή λήψεως αποφάσεων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αμύνης και ενεργείας. Δεν έχει επίσης τοποθετηθεί λεπτομερώς ως προς το πώς θα διεσφαλίζετο η συνέχεια των υφισταμένων συμφωνιών της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά από μια συνολική διευθέτηση.
Αυτή η αποφυγή είναι κατανοητή. Το Ισραήλ δεν αποτελεί μέρος της διαπραγματευτικής διαδικασίας ούτε εγγυήτρια δύναμη. Μια λεπτομερής δημόσια παρέμβασή του θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια επηρεασμού της εσωτερικής συνταγματικής ισορροπίας ενός γειτονικού κράτους.
Ωστόσο, από τα αντικειμενικά στρατηγικά του συμφέροντα μπορεί να συναχθεί ότι το Ισραήλ θα προτιμούσε μια λύση που θα διατηρεί μία και ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, θα εξασφαλίζει τη συνέχεια των διεθνών συμφωνιών και θα επιτρέπει στην κεντρική κυβέρνηση να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, της ασφαλείας και της ενεργείας. Θα επιθυμούσε, επίσης, να αποκλείεται η δυνατότης τρίτου κράτους να αποκτήσει μέσω εσωτερικών θεσμικών μηχανισμών έμμεσο έλεγχο στις σχέσεις Κύπρου–Ισραήλ.
Πρόκειται, ασφαλώς, για στρατηγική εκτίμηση και όχι για διακηρυγμένη ισραηλινή θέση. Η διάκριση είναι ουσιώδης. Άλλο η επίσημη υποστήριξη προς την Κυπριακή Δημοκρατία και άλλο η εκτίμηση για το ποιά συνταγματική διευθέτηση θα εξυπηρετούσε καλλίτερα τα ισραηλινά συμφέροντα. Η Ιερουσαλήμ έχει κάθε λόγο να αποφεύγει μια δημόσια τοποθέτηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παρέμβαση στη μορφή της λύσεως ή στην εσωτερική ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Η ουσιώδης ισραηλινή επιφυλακτικότης, επομένως, δεν αφορά την επίσκεψη Γκουτέρες καθ’ αυτήν. Αφορά το λεπτότερο και πολιτικά δυσκολότερο ερώτημα: ποιός θα ελέγχει την εξωτερική και αμυντική πολιτική μιας επανενωμένης Κύπρου, ποιοί θεσμικοί περιορισμοί θα διέπουν τη λήψη αποφάσεων και κατά πόσον μια τρίτη δύναμη θα μπορούσε να επηρεάζει, εμμέσως, τον στρατηγικό προσανατολισμό του νέου κράτους. Η χαμηλή προβολή της επισκέψεως στην ισραηλινή ειδησεογραφική δραστηριότητα εξηγείται κυρίως από την ένταση των εξελίξεων στο Ιράν, στη Γάζα, στον Λίβανο και στην ευρύτερη περιοχή. Η συνεχιζομένη αμερικανοϊσραηλινή σύγκρουση με το Ιράν απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά το ενδιαφέρον της ισραηλινής κοινής γνώμης, επομένως και των μέσων. Αυτή είναι εύλογη ως εξήγηση, αλλά δεν πρέπει να μετατρέπεται σε συμπέρασμα περί ισραηλινής αδιαφορίας για την Κύπρο.
Η παρουσία του Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο από τις 27 έως τις 29 Ιουλίου είναι η πρώτη επίσκεψη Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στο νησί μετά το 2010. Το πρόγραμμά του περιλαμβάνει χωριστές επαφές με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν, συναντήσεις με τους διαπραγματευτές, τις δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και κοινή συνάντηση των δύο ηγετών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Προβλέφθηκε, επίσης, επίσκεψη στο ανθρωπολογικό εργαστήριο της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων. Το επίσημο πρόγραμμα παρουσιάστηκε από τον ΟΗΕ και το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (Καράγιωργας, 2026).
Η επίσκεψη δεν αποτελεί νέο γύρο ολοκληρωμένης διαπραγματεύσεως. Αποβλέπει πρωτίστως στη διαπίστωση κατά πόσο υπάρχουν οι πολιτικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την επανέναρξη επισήμων συνομιλιών, οι οποίες παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες από το Κραν Μοντανά το 2017. Παρά τη βελτίωση του κλίματος μετά την ανάδειξη του κ. Ερχιουρμάν στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητος, οι διαφορές δεν έχουν εξαλειφθεί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει επιστροφή σε διαπραγματεύσεις επί τη βάσει της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και των προηγουμένων συγκλίσεων. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ζητεί προκαθορισμένους κανόνες, σαφές χρονοδιάγραμμα και ουσιαστική κατοχύρωση της πολιτικής ισότητος πρό της ενάρξεως μιας νέας διαδικασίας. Η Τουρκία, παραλλήλως, εξακολουθεί να προβάλλει τη θέση περί δύο κρατών. Τα βασικά αυτά χάσματα καταγράφονται και στη σχετική αποτίμηση του ανεξάρτητου οργανισμού Security Council Report (SCR, 2026).
Για το Ισραήλ, συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν υποστηρίζει μια λύση. Το ουσιαστικότερο ζήτημα είναι ποιά πολιτειακή και θεσμική μορφή θα λάβει μια επανενωμένη Κύπρος και κατά πόσο αυτή θα μπορεί να ασκεί συνεκτική εξωτερική πολιτική.
Η σημερινή εγγύτης μεταξύ Ισραήλ και Κυπριακής Δημοκρατίας δεν πρέπει να προβάλλεται αναδρομικώς σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο. Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ισραηλινή πολιτική διεμορφούτο μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό περιφερειακό περιβάλλον.
Η Τουρκία ανεγνώρισε το Ισραήλ το 1949 και οι διπλωματικές σχέσεις άρχισαν να αναπτύσσονται από το 1950, αν και αναβαθμίστηκαν πλήρως σε επίπεδο πρεσβευτών μόλις το 1991. Η Ελλάς, αντιθέτως, διατηρούσε επί δεκαετίες περιορισμένες σχέσεις με το Ισραήλ, επηρεαζόμενη από τις επαφές της με τον αραβικό κόσμο, τις ισορροπίες στο Παλαιστινιακό και ευρύτερες διπλωματικές επιδιώξεις. Πλήρεις ελληνοϊσραηλινές διπλωματικές σχέσεις εγκαθιδρύθηκαν το 1990, όπως επιβεβαιώνει το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών (Hellenic MFA, 2015).
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, το νεοσύστατο Ισραήλ δεν είχε λόγο να υποστηρίζει ανεπιφύλακτα ούτε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ούτε τη διχοτόμηση. Η βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, οι στενότερες σχέσεις με την Άγκυρα και η ανάγκη αποφυγής περαιτέρω διπλωματικής απομονώσεως επηρέαζαν τις επιλογές του. Η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία απετέλεσε τελικά μια λειτουργική διευθέτηση για τα ισραηλινά συμφέροντα, αλλά θα ήταν υπερβολικό να παρουσιαστεί ως πάγια ή προκαθορισμένη «χρυσή λύση».
Η ακαδημαϊκή έρευνα του ιστορικού Zach Levey δείχνει ότι το Ισραήλ προσπάθησε μετά το 1959 να αναπτύξει σχέσεις με το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος, επιδιώκοντας εμπορική συνεργασία, περιφερειακή πρόσβαση και διπλωματικά οφέλη. Ταυτόχρονα απέφευγε να ταυτιστεί ανοικτά είτε με την ελληνοκυπριακή είτε με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η ανάλυση αυτή παρουσιάζεται στη μελέτη του «Israel’s Entry into Cyprus, 1959–1963» (Levey, 2003).
Το Σύνταγμα του 1960 έδινε στον Ελληνοκύπριο Πρόεδρο και στον Τουρκοκύπριο Αντιπρόεδρο δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας σε αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής, αμύνης και ασφαλείας. Το στοιχείο αυτό περιόριζε τη δυνατότητα μονομερούς προσανατολισμού της Λευκωσίας, αλλά δεν σημαίνει ότι η τουρκοκυπριακή ηγεσία καθόριζε από μόνη της την κυπριακή εξωτερική πολιτική. Η διάταξη αποτυπώνεται στο άρθρο 50 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Joint Constitutional Commission, 1960).
Παρά τη φιλοαραβική στάση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου σε αρκετά διεθνή ζητήματα, οι διμερείς σχέσεις δεν διεκόπησαν. Το Ισραήλ άνοιξε πρεσβεία στη Λευκωσία το 1961 και ανέπτυξε εμπορική, τουριστική και τεχνική συνεργασία με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Λευκωσία, ωστόσο, άνοιξε πρεσβεία στο Τελ Αβίβ μόλις το 1994, γεγονός που δείχνει ότι επί δεκαετίες υπήρχε σαφής ασυμμετρία στις σχέσεις.
Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963–1964, η ισραηλινή κυβέρνηση υιοθέτησε δημοσίως στάση ουδετερότητος. Ιστορικές αναφορές της εποχής επιβεβαιώνουν ότι, ύστερα από εξέταση της καταστάσεως από την κυβέρνηση και την υπουργό Εξωτερικών Γκόλντα Μέιρ, επαναβεβαιώθηκε η αποφυγή αναμείξεως στη σύγκρουση. Δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητη πηγή η φράση που αποδίδεται στη Μέιρ ότι το Ισραήλ θα συνομιλούσε «μόνο με τον Μακάριο». Ακριβέστερο είναι να ειπωθεί ότι το Ισραήλ διετήρησε τις επίσημες σχέσεις του με τη διεθνώς ανεγνωρισμένη κυπριακή κυβέρνηση, χωρίς να επιδιώξει ενεργό ρόλο στη διακοινοτική αντιπαράθεση. Η τότε ισραηλινή θέση καταγράφεται και στο ιστορικό αρχείο του Jewish Telegraphic Agency (JTA Staff, 1964).
Η τουρκική εισβολή του 1974 άλλαξε τα δεδομένα, χωρίς όμως να οδηγήσει αμέσως σε στενή στρατηγική σύμπλευση Λευκωσίας και Ιερουσαλήμ. Το Ισραήλ δεν αναγνώρισε το αποσχιστικό μόρφωμα που ανακηρύχθηκε στα κατεχόμενα ως Τουρκική Δημοκρατία της Β. Κύπρου το 1983, παρά τις τότε στενές σχέσεις του με την Τουρκία. Παρέμεινε ευθυγραμμισμένο με τη διεθνή θέση περί αναγνωρίσεως μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ουσιαστική μεταβολή σημειώθηκε μετά το 2010. Η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας, οι ανακαλύψεις φυσικού αερίου και η ανάγκη διαμορφώσεως νέων περιφερειακών συνεργασιών έφεραν την Κύπρο στο επίκεντρο του ισραηλινού στρατηγικού σχεδιασμού. Η συμφωνία οριοθετήσεως της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, που υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2010, δημιούργησε το νομικό και γεωπολιτικό υπόβαθρο της νέας σχέσεως. Η συμφωνία βρίσκεται καταχωρισμένη στο αρχείο συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών (UNTS, 2011).
Ακολούθησαν οι τριμερείς συνεργασίες Ισραήλ, Κύπρου και Ελλάδος, η εντατικοποίηση των στρατιωτικών ασκήσεων, η συνεργασία στην ενέργεια, στην ασφάλεια, στην αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών και στην προστασία κρισίμων υποδομών. Η τριμερής σύνοδος του Δεκεμβρίου 2025 επιβεβαίωσε ότι αυτή η συνεργασία έχει πλέον θεσμικό και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.
Από αυτή την άποψη, η επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα, η θητεία του οποίου λήγει στο τέλος του έτους, ενδιαφέρει το Ισραήλ λιγότερο ως διπλωματικό γεγονός και περισσότερο ως πιθανή αφετηρία μιας διαδικασίας που θα μπορούσε να μεταβάλει την αρχιτεκτονική ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάθε σχέδιο λύσεως θα κριθεί στην Ιερουσαλήμ όχι μόνο από τη νομική του διατύπωση ή από την υπόσχεση της επανενώσεως, αλλά και από το κατά πόσον η Κύπρος που θα προκύψει θα παραμείνει κυρίαρχη, λειτουργική, προβλέψιμη και ικανή να τηρεί τις διεθνείς δεσμεύσεις της.
Μέχρι να αποσαφηνισθούν αυτά τα στοιχεία, η επίσημη ισραηλινή γλώσσα πιθανότατα θα παραμένει γενική και προσεκτική. Η σιωπή ως προς τις λεπτομέρειες δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδιαφορία. Αντιθέτως, αντανακλά την αναμονή ενός κράτους που γνωρίζει ότι το Κυπριακό δεν αφορά μόνο τη διευθέτηση μιας μακράς εσωτερικής συγκρούσεως, αλλά και τη μελλοντική ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο .
Hellenic MFA. (2015). Foreign Ministry announcement regarding 25 years of upgraded diplomatic relations between Greece and Israel. Hellenic Ministry of Foreign Affairs. https://www.mfa.gr/missionsabroad/en/israel-en/news/foreign-ministry-announcement-regarding-25-years-of-upgraded-diplomatic-relations-between-greece-and-israel.html
Israel MFA. (2026). Official X account of Israel’s Ministry of Foreign Affairs. X (formerly Twitter). https://x.com/IsraelMFA/status/2079119932265234678
JNS. (2026). Israel backs Cyprus on Turkish invasion anniversary. Jewish News Syndicate - JNS. https://www.jns.org/news/world/israel-backs-cyprus-on-turkish-invasion-anniversary
Joint Constitutional Commission. (1960). The Constitution of the Republic of Cyprus. Republic of Cyprus. https://www.law.gov.cy/law/law.nsf/1D2CDD154DCF33C9C225878E0030BA5E/%24file/The%20Constitution%20of%20the%20Republic%20of%20Cyprus.pdf
Levey, Z. (2003). ISRAEL’S ENTRY INTO CYPRUS, 1959-1963: DIPLOMACY AND STRATEGY IN THE EASTERN MEDITERRANEAN. Middle East Review of International Affairs, Vol. 7. https://ciaotest.cc.columbia.edu/olj/meria/meria03_lez01.pdf
SCR. (2026, July). Security Council Report-July 2026 Monthly Forecast. Security Council Report (independent organisation). https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-07/cyprus-18.php
JTA Staff. (1964). Israel Cabinet Reiterates Neutrality Toward Conflict in Cyprus. Jewish Telegraphic Agency - JTA. http://pdfs.jta.org/1964/1964-09-01_171.pdf
UNTS. (2011). Agreement between Israel and Cyprus on the Delimitation of the Exclusive Economic Zone, 17 December 2010, 2740; United Nations Treaty Series 55, No. I-48387. https://treaties.un.org/pages/showDetails.aspx?objid=08000002802d12b7
Καράγιωργας, Ι. (2026). Το πρόγραμμα του Αντόνιο Γκουτέρες στην κρίσιμη επίσκεψη στην Κύπρο. EuroNews. https://gr.euronews.com/my-europe/2026/07/20/programma-antonio-guterres-episkepsi-kipros?