Στις 28 Ιουνίου 2026 η κυβέρνηση του Ισραήλ ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση του υπουργού Εξωτερικών Γκιντεόν Σάαρ για επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Η εξέλιξη αποτελεί ιστορική μεταβολή της ισραηλινής πολιτικής, αλλά όχι ακόμη την ολοκλήρωση της διαδικασίας, καθώς η πρόταση πρέπει να τεθεί προς ψήφιση στην Κνεσέτ και δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα (Associated Press, 2026· Ministry of Foreign Affairs of Israel, 2026).
Η θεσμική αυτή εκκρεμότητα έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ζήτημα έχει επανέλθει πολλές φορές στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα, μέσω κοινοβουλευτικών συζητήσεων, αποφάσεων επιτροπών και νομοθετικών προτάσεων, χωρίς να καταλήξει σε πλήρη κρατική αναγνώριση. Η σημερινή κυβερνητική απόφαση είναι ισχυρότερη από κάθε προηγούμενη πρωτοβουλία, αλλά το ιστορικό των αναβολών δεν επιτρέπει να θεωρηθεί η τελική επικύρωση δεδομένη.
Η αναγνώριση μπορεί να ολοκληρωθεί. Μπορεί όμως και να διατηρηθεί ως απειλούμενη εκκρεμότητα, χρήσιμη για την άσκηση πιέσεως προς την Τουρκία. Μία τετελεσμένη αναγνώριση παράγει ισχυρό, αλλά εφάπαξ αποτέλεσμα. Αντιθέτως, η δυνατότητα επισπεύσεως ή αναστολής της κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας διατηρεί ένα διαπραγματευτικό μέσο που μπορεί να χρησιμοποιείται επανειλημμένως.
Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ εγκαταλείπει τη στρατηγική του σχέση με το Αζερμπαϊτζάν ούτε ότι η Αρμενία καταλαμβάνει τη θέση του Μπακού. Σημαίνει κυρίως ότι η επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας μετέβαλε τη σχέση κόστους και οφέλους της αναγνωρίσεως. Εκείνο που άλλοτε αποτελούσε εμπόδιο στις σχέσεις με την Άγκυρα μπορεί πλέον να λειτουργήσει ως συμβολικό όπλο εναντίον της.
Η αποκλειστική αναφορά στους Αρμενίους αναδεικνύει παράλληλα την απουσία των γενοκτονικών διώξεων των Ποντίων, των Ελλήνων της Ανατολίας και των Ασσυρίων από τη σημερινή απόφαση. Η ιστορική και επιστημονική σύνδεση των περιπτώσεων αυτών είναι ισχυρή, χωρίς οι ιδιαίτερες συνθήκες καθεμιάς να ταυτίζονται. Εντούτοις, η Ελλάς δεν έχει μετατρέψει το αίτημα διεθνούς αναγνωρίσεως σε συνεχή και μετρήσιμη εξωτερική πολιτική. Η παρούσα συγκυρία προσφέρει μία σημαντική ευκαιρία, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτει το κόστος της ελληνικής αναβολής.
Ερωτήματα στα οποία απαντά το δοκίμιο
Αποτελεί η κυβερνητική απόφαση του Ισραήλ αφετηρία οριστικής αναγνωρίσεως της Γενοκτονίας των Αρμενίων ή μπορεί να διατηρηθεί ως ελεγχόμενη εκκρεμότητα και μοχλός πιέσεως προς την Τουρκία;
Πώς συνδέεται η αρμενική αναγνώριση με τις γενοκτονικές διώξεις των Ποντίων, των Ελλήνων της Ανατολίας και των Ασσυρίων, και διαθέτει η Ελλάς τη βούληση να μετατρέψει την ιστορική μνήμη σε ενεργό εξωτερική πολιτική;
Η απόφαση της 28ης Ιουνίου 2026 αποτελεί την ισχυρότερη θεσμική κίνηση που έχει πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα το Ισραήλ προς την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι η αναγνώριση αποτελεί ηθική και ιστορική υποχρέωση και κατήγγειλε τη συνεχιζόμενη οργανωμένη άρνηση και παραποίηση των γεγονότων, κυρίως από την τουρκική κυβέρνηση (Ministry of Foreign Affairs of Israel, 2026).
Η κυβέρνηση, επομένως, έχει ήδη αναγνωρίσει τη γενοκτονία στο επίπεδο της εκτελεστικής εξουσίας. Δεν είναι ακριβές να περιγράφεται η εξέλιξη ως απλή υπουργική πρόθεση. Ωστόσο, η πρόταση πρέπει να εισαχθεί στην Κνεσέτ και να εγκριθεί από την ολομέλεια. Κατά τον χρόνο της κυβερνητικής αποφάσεως δεν είχε ανακοινωθεί ημερομηνία ψηφοφορίας (Associated Press, 2026). Η διάκριση δεν αποτελεί τυπική λεπτομέρεια. Μεταξύ μιας κυβερνητικής αποφάσεως και της κοινοβουλευτικής της επικυρώσεως υπάρχει χώρος για καθυστέρηση, τροποποίηση, διαπραγμάτευση ή υπαναχώρηση. Η πλήρης κρατική αναγνώριση θα ολοκληρωθεί μόνον όταν η πρόταση εισαχθεί πράγματι στην ημερήσια διάταξη και εγκριθεί χωρίς να υποβαθμισθεί σε μία ακόμη μη δεσμευτική δήλωση. Το Ισραήλ έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από ό,τι σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις. Δεν έχει όμως ακόμη καταστήσει αδύνατη την αναβολή.
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος, απολύτως αδιαμφισβήτητος αριθμός των προηγουμένων ισραηλινών συζητήσεων, διότι άλλες καταγραφές μετρούν μόνο τις νομοθετικές προτάσεις και άλλες περιλαμβάνουν κοινοβουλευτικές συζητήσεις, αποφάσεις επιτροπών και δηλώσεις κορυφαίων αξιωματούχων. Μπορούν, πάντως, να διακριθούν τουλάχιστον οκτώ σημαντικά πολιτικά ή θεσμικά επεισόδια πριν από την απόφαση του 2026. Το 2000 ο υπουργός Παιδείας Γιόσι Σαρίντ υποστήριξε δημοσίως ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων έπρεπε να ενταχθεί στη σχολική διδασκαλία. Η παρέμβαση είχε ηθικό βάρος, αλλά δεν μετεξελίχθηκε σε επίσημη κρατική αναγνώριση (Sarid, 2000).
Το 2011 και το 2012 το θέμα συζητήθηκε στην Επιτροπή Παιδείας της Κνεσέτ. Παρά την ευρεία υποστήριξη από βουλευτές διαφορετικών κομμάτων, η επιτροπή απέφυγε την τελική ψηφοφορία, υπό την πίεση του Υπουργείου Εξωτερικών και λόγω του φόβου περαιτέρω επιδεινώσεως των σχέσεων με την Τουρκία (Israel Hayom, 2012).
Το 2014 πραγματοποιήθηκε νέα συζήτηση στην ολομέλεια. Ο τότε πρόεδρος της Κνεσέτ χαρακτήρισε την αναγνώριση ηθική υποχρέωση του εβραϊκού λαού, αλλά η πρόταση παραπέμφθηκε σε επιτροπή και δεν κατέληξε σε δεσμευτική απόφαση (Harkov, 2014).
Το 2015 το ζήτημα επανήλθε κατά την εκατοστή επέτειο, ενώ Ισραηλινοί κοινοβουλευτικοί συμμετείχαν σε εκδηλώσεις μνήμης στην Αρμενία. Και αυτή η κινητικότητα δεν οδήγησε σε αναγνώριση από την κυβέρνηση ή την ολομέλεια.
Το 2016 η Επιτροπή Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού της Κνεσέτ αναγνώρισε επισήμως τη Γενοκτονία των Αρμενίων και κάλεσε την κυβέρνηση και την ολομέλεια να πράξουν το ίδιο. Η απόφαση ήταν σημαντική, αλλά παρέμεινε απόφαση επιτροπής και δεν μεταβλήθηκε σε κρατική θέση (Knesset, 2016).
Το 2018 πραγματοποιήθηκε η σαφέστερη μέχρι τότε προσπάθεια. Η πρόταση αναγνωρίσεως πλησίασε στην ψηφοφορία, αλλά αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη επειδή δεν υπήρχε εξασφαλισμένη κυβερνητική και κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η υπόθεση έφθασε μέχρι το κατώφλι της αποφάσεως και εκεί ανεστάλη (Times of Israel, 2018).
Το 2019 κορυφαίοι πολιτικοί από διαφορετικούς χώρους τάχθηκαν εκ νέου υπέρ της αναγνωρίσεως, χωρίς κυβερνητική συνέχεια. Το 2021 έξι βουλευτές της αντιπολιτεύσεως κατέθεσαν νέα πρόταση νόμου, η οποία προέβλεπε αναγνώριση και καθιέρωση της 24ης Απριλίου ως ημέρας μνήμης. Ούτε αυτή προχώρησε λόγω ελλείψεως κυβερνητικής υποστηρίξεως (Jerusalem Post, 2021).
Τέλος, τον Αύγουστο του 2025 ο πρωθυπουργός δήλωσε προσωπικώς ότι αναγνωρίζει ως γενοκτονίες τις μαζικές διώξεις των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων. Η δήλωση είχε πολιτική σημασία, αλλά δεν αποτελούσε απόφαση της κυβερνήσεως ή της Κνεσέτ. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός αρχικώς υπέθεσε εσφαλμένα ότι η Κνεσέτ είχε ήδη εγκρίνει σχετική απόφαση (Times of Israel, 2025).
Το επαναλαμβανόμενο πρότυπο είναι σαφές. Η αναγνώριση εισείρχετο στην πολιτική ημερήσια διάταξη όταν οι σχέσεις με την Τουρκία επεδεινούντο, προχωρούσε μέχρι ενός ορίου και στη συνέχεια ανεστέλλετο όταν το κόστος της οριστικής αποφάσεως εθεωρείτο μεγαλύτερο από το όφελος.
Μία οριστική αναγνώριση αποδίδει ένα ισχυρό, αλλά εφάπαξ πολιτικό αποτέλεσμα. Πλήττει την τουρκική ιστορική αφήγηση, ικανοποιεί την Αρμενία και αποκαθιστά μία εμφανή αντίφαση στην πολιτική ενός κράτους του οποίου η ταυτότητα συνδέεται με τη μνήμη του Ολοκαυτώματος. Μετά την ολοκλήρωσή της, όμως, η πράξη παύει να είναι διαπραγματεύσιμη. Η εκκρεμής αναγνώριση μπορεί να παράγει μεγαλύτερη διάρκεια επιρροής. Η εισαγωγή της στην Κνεσέτ μπορεί να επισπεύδεται όταν οι σχέσεις με την Τουρκία επιδεινώνονται και να καθυστερεί όταν εμφανίζονται περιθώρια συνεννοήσεως. Όσο η Τουρκία έχει κάτι να αποτρέψει, διαθέτει και λόγο να διαπραγματευθεί. Υπό αυτή την έννοια, η αναβολή δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην αποτυχία της ισραηλινής πολιτικής. Μπορεί να αποτελέσει μέρος της. Η κυβέρνηση έχει ήδη προκαλέσει τουρκική αντίδραση, έχει ικανοποιήσει εν μέρει την Αρμενία και έχει εμφανισθεί ως φορέας ιστορικής δικαιοσύνης. Εάν η κοινοβουλευτική επικύρωση καθυστερήσει, θα διατηρήσει συγχρόνως ένα μέσο που μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να ανασταλεί ανάλογα με τη συμπεριφορά της Άγκυρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πρόθεση παραπομπής της υποθέσεως στις Καλένδες. Η ομόφωνη κυβερνητική απόφαση αυξάνει σημαντικά το πολιτικό κόστος μιας υπαναχωρήσεως. Το ιστορικό, όμως, των προηγουμένων αναβολών και η απουσία συγκεκριμένης ημερομηνίας ψηφοφορίας επιβάλλουν να διατηρηθεί ανοικτό το ενδεχόμενο. Η θουκυδίδεια λογική είναι εμφανής: σημασία δεν έχει μόνο η δύναμη που ασκείται, αλλά και η δύναμη που ο αντίπαλος γνωρίζει ότι μπορεί να ασκηθεί. Η απειλή μιας αποφάσεως επηρεάζει τη συμπεριφορά πριν ακόμη πραγματοποιηθεί. Η εκκρεμότητα μπορεί, επομένως, να αποτελεί όχι αδυναμία αλλά αποθεματικό ισχύος.
Η ιστορική τεκμηρίωση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν έγινε σαφέστερη το 2026. Η ισραηλινή πολιτική και ακαδημαϊκή ελίτ γνώριζε τα γεγονότα επί δεκαετίες. Εκείνο που μεταβλήθηκε ήταν η θέση της Τουρκίας στον ισραηλινό στρατηγικό υπολογισμό.
Όσο η Άγκυρα αποτελούσε δύσκολο αλλά χρήσιμο εταίρο, η μη αναγνώριση ήταν μία σχετικά φθηνή παραχώρηση. Το Ισραήλ προστάτευε τις οικονομικές και στρατηγικές του σχέσεις με την Τουρκία και απέφευγε ταυτοχρόνως να προκαλέσει το Αζερμπαϊτζάν.
Η σχέση αυτή έχει μεταβληθεί σε ευρύτερο περιφερειακό ανταγωνισμό. Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τη Γάζα. Περιλαμβάνει την επιρροή στη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο, τη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διαμόρφωση των μεταπολεμικών περιφερειακών ισορροπιών. Η Άγκυρα δεν λειτουργεί πλέον κυρίως ως εταίρος του οποίου τις ευαισθησίες το Ισραήλ πρέπει να προστατεύσει, αλλά ως αντίπαλος του οποίου τις ευαισθησίες μπορεί να αξιοποιήσει.
Η αναγνώριση, επομένως, αλλάζει λειτουργία. Από διπλωματικό κόστος γίνεται συμβολικό όπλο. Επιτρέπει στο Ισραήλ να μεταφέρει μέρος της αντιπαραθέσεως σε ένα πεδίο όπου η Τουρκία βρίσκεται σε ιστορική και ηθική άμυνα. Η σφοδρή τουρκική αντίδραση στην κυβερνητική απόφαση επιβεβαίωσε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική πιεστική αξία (Associated Press, 2026). Αυτό δεν καθιστά την αναγνώριση ψευδή ούτε ακυρώνει την ηθική σημασία της. Δείχνει, όμως, ότι η χρονική επιλογή της είναι γεωπολιτική. Η ιστορική αλήθεια παρέμενε σταθερή· εκείνο που μεταβλήθηκε ήταν η πολιτική χρησιμότητα της διακηρύξεώς της.
Σε προηγούμενο δημοσίευμά μας με το ίδιο θέμα (https://thucydidean-geopolitics.eu/el/essays/caucasus/armenia-israel-relationship) υποστηρίχθηκε ότι η πολιτική του Ισραήλ καθοριζόταν πρωτίστως από το Συμφέρον και τον Φόβο, ενώ η Τιμή παρέμενε υποδεέστερη. Το Συμφέρον απαιτούσε διατήρηση της συνεργασίας με το Αζερμπαϊτζάν και, παλαιότερα, λειτουργικές σχέσεις με την Τουρκία. Ο Φόβος αφορούσε κυρίως το Ιράν και την ανάγκη διατηρήσεως στρατηγικής προσβάσεως στη βόρεια περίμετρό του. Η Τιμή εκφραζόταν ως ηθική υποχρέωση ενός εβραϊκού κράτους να αναγνωρίσει τη γενοκτονική εξόντωση ενός άλλου λαού, αλλά δεν μπορούσε να υπερβεί το υλικό κόστος (Papastavrou, 2026).
Η σημερινή εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η Τιμή κατανίκησε το Συμφέρον. Σημαίνει ότι τα δύο έπαψαν να είναι αντίθετα. Η αναγνώριση εξυπηρετεί πλέον συγχρόνως μία ηθική απαίτηση και μία στρατηγική σκοπιμότητα. Η Τιμή έγινε πολιτικώς ενεργή όταν απέκτησε σύμμαχο το Συμφέρον. Αυτή είναι η ουσιώδης θουκυδίδειος μεταβολή. Οι ηθικές αρχές δεν είναι πάντοτε προσχήματα, αλλά η δυνατότης των να μετατραπούν σε κρατική πράξη εξαρτάται από τη σχέση κόστους και οφέλους. Ο Φόβος επίσης δεν εξαφανίσθηκε. Ο φόβος της τουρκικής αντιδράσεως μειώθηκε, επειδή οι διμερείς σχέσεις είχαν ήδη επιβαρυνθεί σε βαθμό που το πρόσθετο κόστος θεωρείται διαχειρίσιμο. Ο φόβος έναντι του Ιράν, αντιθέτως, εξακολουθεί να συντηρεί την αξία του Αζερμπαϊτζάν.
Η απόφαση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως εγκατάλειψη του Μπακού από το Ισραήλ. Οι λόγοι της στρατηγικής συνεργασίας Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν παραμένουν ενεργοί: ενεργειακή τροφοδοσία, αμυντικές πωλήσεις, πληροφοριακή συνεργασία και η γεωγραφική εγγύτης Ιράν-Αζερμπαϊτζάν. Το Ισραήλ φαίνεται να εκτιμά ότι η σχέση είναι πλέον αρκετά βαθειά ώστε να αντέξει μία σημαντική συμβολική διαφωνία. Το Αζερμπαϊτζάν μπορεί να αντιδράσει, αλλά διαθέτει και το ίδιο ισχυρούς λόγους να μην επιτρέψει στο ζήτημα να καταστρέψει μία αμοιβαίως επωφελή σχέση. Η Αρμενία λαμβάνει, συνεπώς, ηθική δικαίωση, χωρίς να μεταβάλεται αυτομάτως ιεραρχία συμφερόντων στον Νότιο Καύκασο. Η αναγνώριση του εγκλήματος του 1915 δεν αναιρεί τη μνήμη της ισραηλινής στρατιωτικής υποστηρίξεως προς το Αζερμπαϊτζάν κατά τις συγκρούσεις του 2020 και την τελική επικράτηση του Μπακού στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η αναγνώριση μπορεί να άρει ένα σοβαρό ηθικό και ψυχολογικό εμπόδιο στις σχέσεις Ισραήλ–Αρμενίας. Δεν αρκεί, όμως, για να δημιουργήσει στρατηγική συμμαχία. Για να αποκτήσει υλικό περιεχόμενο, πρέπει να ακολουθηθεί από σταθερό πολιτικό διάλογο, οικονομική και τεχνολογική συνεργασία και κάποια έμπρακτη ευαισθησία απέναντι στις ανησυχίες ασφαλείας της Αρμενίας. Το τρίγωνο, επομένως, δεν ανατράπηκε. Έγινε περισσότερο ελαστικό. Το Ισραήλ επιχειρεί να διατηρήσει το Αζερμπαϊτζάν ως στρατηγικό εταίρο, να ανοίξει έναν νέο δίαυλο προς την Αρμενία και κυρίως να χρησιμοποιήσει την αναγνώριση στην αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Η Ισραηλινή κυβερνητική απόφαση περιορίζεται στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Δεν περιλαμβάνει τις γενοκτονικές διώξεις των Ασσυρίων, των Ποντίων και των άλλων ελληνικών πληθυσμών της Ανατολίας, παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός είχε αναφερθεί προσωπικώς και ιδιαιτέρως και στις τρεις περιπτώσεις το 2025 (Times of Israel, 2025). Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι ταυτόσημες. Διαφέρουν ως προς τη γεωγραφία, τη χρονική ακολουθία, τους διοικητικούς μηχανισμούς και τις επί μέρους μεθόδους. Δεν πρέπει, όμως, να αντιμετωπίζονται ως ιστορικώς ασύνδετα γεγονότα. Εντάχθηκαν σε μία ευρύτερη διαδικασία εκτοπίσεως, εξοντώσεως, εξισλαμισμού, δημεύσεως περιουσιών και δημογραφικής αλλοιώσεως της Ανατολίας. Η International Association of Genocide Scholars αναγνώρισε το 2007 ότι οι οθωμανικές εκστρατείες κατά των Ασσυρίων και των Ελλήνων μεταξύ 1914 και 1923 συνιστούσαν γενοκτονίες, ποιοτικώς ανάλογες προς τη Γενοκτονία των Αρμενίων (International Association of Genocide Scholars, 2007). Οι Ισραηλινοί ιστορικοί Benny Morris και Dror Ze’evi ενέταξαν επίσης τις διώξεις Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων σε μία μακρά διαδικασία καταστροφής των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολίας. Η ερμηνεία τους περί μιας ενιαίας «τριακονταετούς γενοκτονίας» έχει δεχθεί κριτική ως προς τον βαθμό συνέχειας μεταξύ των διαφορετικών καθεστώτων και περιόδων, αλλά αποδεικνύει ότι η σύνδεση δεν αποτελεί αποκλειστικώς ελληνικό ή αρμενικό εθνικό αφήγημα (Morris and Ze’evi, 2019). Η αναγνώριση των ελληνικών διώξεων είναι πολιτικώς δυσκολότερη για το Ισραήλ. Το αρμενικό έγκλημα συνδέεται κυρίως με την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία και την κυβέρνηση των Νεοτούρκων. Αντιθέτως, η καταστροφή των ελληνικών πληθυσμών συνεχίσθηκε κατά την κεμαλική περίοδο και αγγίζει αμεσότερα την ιδρυτική αφήγηση της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας. Η αποκλειστική αρμενική αναγνώριση επιτρέπει, επομένως, στο Ισραήλ να ασκήσει σοβαρή πίεση προς την Άγκυρα χωρίς να προσβάλει στον μέγιστο δυνατό βαθμό τον κεμαλικό πυρήνα της τουρκικής κρατικής ταυτότητας.
Η συγκυρία είναι ευνοϊκή, ακριβώς επειδή η διαδικασία στην Κνεσέτ παραμένει ανοικτή. Η Ελλάς δεν πρέπει να ανταγωνισθεί την αρμενική μνήμη ούτε να ζητήσει την αντικατάσταση της ειδικής αναφοράς στους Αρμενίους από μία ασαφή συλλογική κατηγορία. Θα μπορούσε να υποστηρίξει πλήρως την αρμενική αναγνώριση και να ζητήσει συγχρόνως είτε διεύρυνση του κειμένου είτε συμπληρωματική απόφαση για τους Ασσυρίους, τους Ποντίους και τους Έλληνες της Ανατολίας. Η ελληνική θέση ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει ήδη χρησιμοποιήσει προσωπικώς τον όρο γενοκτονία και για τους Έλληνες. Δεν θα εισαγόταν, επομένως, ένα εντελώς νέο θέμα. Θα εζητείτο η θεσμική συνέχεια προς μία θέση που έχει ήδη διατυπωθεί στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Η Ελλάς διαθέτει σήμερα πρόσβαση στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα μέσω της αμυντικής, ενεργειακής και στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών. Η πρόσβαση αυτή δεν εγγυάται επιτυχία, αλλά καθιστά την πλήρη αδράνεια δυσκολότερο να δικαιολογηθεί. Η παρέμβαση πρέπει να είναι προσεκτική και διπλωματικά οργανωμένη. Μία θορυβώδης δημόσια απαίτηση θα μπορούσε να διευκολύνει την παρουσίαση της υποθέσεως ως περιστασιακού αντιτουρκικού ελιγμού. Χρειάζεται προηγουμένως εργασία με το ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών, τα κόμματα της Κνεσέτ, πανεπιστήμια, ιστορικούς και φορείς μελέτης των γενοκτονιών. Χρειάζεται επίσης συντονισμός με την Αρμενία και με ασσυριακές οργανώσεις, ώστε οι τρεις ιστορικές εμπειρίες να παρουσιασθούν ως διακριτές αλλά αλληλένδετες και όχι ως ανταγωνιστικές. Το Ισραήλ δεν πρόκειται πιθανότατα να επεκτείνει αυτομάτως την αναγνώριση από ιστορική συνέπεια. Η ίδια η αρμενική περίπτωση δείχνει ότι η τεκμηρίωση και η ηθική επιχειρηματολογία δεν επαρκούν. Η μεταβολή κατέστη δυνατή μόνον όταν άλλαξε ο πολιτικός συσχετισμός.
Δεν είναι ακριβές να υποστηριχθεί ότι η Ελλάς αδιαφορεί πλήρως. Η ελληνική Βουλή έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων, η πολιτειακή ηγεσία τιμά τις σχετικές επετείους και οι ποντιακές οργανώσεις διατηρούν ενεργό το αίτημα της διεθνούς αναγνωρίσεως. Δεν προκύπτει, όμως, ότι η αναγνώριση έχει μετατραπεί σε σταθερή και μετρήσιμη προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν διακρίνεται ένα συνεχές πρόγραμμα στοχευμένων παρεμβάσεων σε συγκεκριμένα κράτη και κοινοβούλια, με ενιαία ιστορική τεκμηρίωση, σαφείς διπλωματικούς στόχους και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Η ελληνική πολιτική παραμένει σε μεγάλο βαθμό επετειακή. Το κράτος τιμά τη μνήμη και καλεί γενικώς τη διεθνή κοινότητα να την αναγνωρίσει, αλλά δεν φαίνεται να επενδύει συστηματικά το διπλωματικό κεφάλαιο που απαιτείται για την επίτευξη συγκεκριμένων αναγνωρίσεων. Υπάρχει επίσης εννοιολογικός κατακερματισμός. Οι όροι «Γενοκτονία των Ποντίων», «Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας», «Ελληνική Γενοκτονία» και «Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής» χρησιμοποιούνται χωρίς πάντοτε σαφή σχέση μεταξύ τους. Η διατήρηση των ιδιαίτερων εμπειριών είναι αναγκαία, αλλά η απουσία ενιαίας διεθνούς ορολογίας δυσχεραίνει τη συγκρότηση συνεκτικής διπλωματικής εκστρατείας. Αυτό που εμφανίζεται ως αδιαφορία είναι, ακριβέστερα, η χρόνια αναβολή της μετατροπής της μνήμης σε εξωτερική πολιτική.
Η κυβερνητική αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το Ισραήλ αποτελεί ιστορική μεταβολή, αλλά όχι ακόμη ολοκληρωμένο τετελεσμένο. Η Κνεσέτ δεν έχει ψηφίσει και δεν έχει ανακοινωθεί χρόνος ψηφοφορίας. Το ιστορικό των προηγουμένων ανεπιτυχών πρωτοβουλιών επιβάλλει επιφυλακτικότητα. Η σημερινή απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αναγνώριση. Μπορεί, όμως, και να διατηρηθεί ως ελεγχόμενη εκκρεμότητα. Από τη σκοπιά της ισχύος, η δεύτερη επιλογή διαθέτει δική της λογική: η απόφαση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί μπορεί να επισπευσθεί, να ανασταλεί και να χρησιμοποιηθεί ως αντάλλαγμα. Η τετελεσμένη απόφαση αποδίδει το πολιτικό της κέρδος μία φορά· η απειλούμενη απόφαση μπορεί να παράγει επαναλαμβανόμενη επιρροή. Η βασική μεταβολή δεν σημειώθηκε στις σχέσεις Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν, αλλά στις σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας. Το Ισραήλ δεν επέλεξε την Αρμενία αντί του Αζερμπαϊτζάν. Έπαψε να θεωρεί ότι η προστασία των τουρκικών ευαισθησιών αποτελεί αναγκαίο όρο της περιφερειακής του πολιτικής. Στο θουκυδίδειο τρίπτυχο, η Τιμή κατέστη ενεργή επειδή συνέπεσε με το Συμφέρον. Ο Φόβος της τουρκικής αντιδράσεως μειώθηκε, ενώ ο Φόβος έναντι του Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί την αξία του Αζερμπαϊτζάν. Η αναγνώριση αίρει ένα σοβαρό ηθικό εμπόδιο στις σχέσεις με την Αρμενία, χωρίς να ανατρέπει ακόμη την υλική ισορροπία του Νοτίου Καυκάσου. Η απουσία των Ελλήνων και των Ασσυρίων από την απόφαση αποκαλύπτει, τέλος, τη διαφορά μεταξύ ιστορικού δικαίου και πολιτικής αποτελεσματικότητας. Η επιστημονική βάση για τη σύνδεση των γενοκτονικών διώξεων υπάρχει. Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι μία αντίστοιχα συστηματική ελληνική διεθνής πολιτική. Η Ελλάς έχει λόγο να ενεργήσει τώρα. Το Ισραήλ χρειάζεται πολιτικό κίνητρο και πίεση· δεν αρκεί η προσδοκία ότι θα επεκτείνει αυθορμήτως την αναγνώριση από ηθική συνέπεια. Η Αθήνα δεν πρέπει να ανταγωνισθεί την αρμενική διεκδίκηση, αλλά να οικοδομήσει επάνω στο προηγούμενό της. Η τελική θουκυδίδειος διαπίστωση είναι αυστηρή: η ιστορική αλήθεια δεν αυτοαναγνωρίζεται. Η ηθική δικαίωση δεν απονέμεται αυτομάτως σε εκείνον που τη δικαιούται. Στο διεθνές περιβάλλον, η μνήμη αποκτά πολιτική υπόσταση όταν ένα κράτος ή μία οργανωμένη κοινότητα διαθέτει τη βούληση και τα μέσα να καταστήσει την αγνόησή της δαπανηρότερη από την αναγνώρισή της. Η Αρμενία το επιδιώκει επί δεκαετίες και βρίσκεται σήμερα πλησιέστερα από ποτέ στο εξ Ισραήλ αποτέλεσμα. Η Ελλάς εξακολουθεί να επικαλείται το δίκαιο του αιτήματός της στο εσωτερικό, χωρίς ακόμη να έχει αποδείξει ότι είναι έτοιμη να ασκήσει την πολιτική που απαιτεί η έξωθεν δικαίωσή του.
Associated Press. 2026. “Israel Moves to Formally Recognize Armenian WWI Deaths as a Genocide.” 28 June 2026.
Associated Press. 2026. “Erdoğan Rejects Israel’s Armenian Genocide Move and Points to Gaza Deaths.” 30 June 2026.
Harkov, Lahav. 2014. “Recognizing Armenian Genocide Is a Moral Imperative for Jews.” The Jerusalem Post, 13 May 2014.
International Association of Genocide Scholars. 2007. “Resolution on Assyrian and Greek Genocide.” 1 December 2007.
Israel Hayom. 2012. “Fearing Turkey, Knesset Avoids Recognizing Armenian Genocide.”
Jerusalem Post. 2021. “Israeli MKs Submit Bill to Recognize Armenian Genocide.” 9 November 2021.
Knesset. 2016. “Education Committee Recognizes Armenian Genocide.” 1 August 2016.
Ministry of Foreign Affairs of Israel. 2026. “The Government of Israel Unanimously Approves Foreign Minister Sa’ar’s Proposal to Recognize the Armenian Genocide.” 28 June 2026.
Morris, Benny, and Dror Ze’evi. 2019. The Thirty-Year Genocide: Turkey’s Destruction of Its Christian Minorities, 1894–1924. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Papastavrou, Aias. 2026. “Σχέσεις Ισραήλ–Αρμενίας: Ιστορικό Τραύμα και Πραγματικότης.” https://thucydidean-geopolitics.eu/el/essays/caucasus/armenia-israel-relationship
Sarid, Yossi. 2000. “Statement on the Armenian Genocide.” Israeli Minister of Education.
Times of Israel. 2018. “Knesset Vote on Recognizing Armenian Genocide Withdrawn.” 26 June 2018.
Times of Israel. 2025. “Turkey Rejects Netanyahu’s Recognition of Armenian Genocide as Politically Motivated.” 27 August 2025.