EN | GR

Μαζική μετανάστευση, ισλαμισμός, και η αμυντική αδυναμία της Δύσεως

Περίληψη

Εξετάζεται η ιστορική προέλευση και τη σύγχρονη πολιτική λειτουργία του όρου «ισλαμοφοβία», υποστηρίζοντας ότι αυτός συγχέει την πραγματική διάκριση και βία κατά των μουσουλμάνων με τη θεμιτή κριτική έναντι του Ισλάμ και την πολιτική αντίθεση προς τον ισλαμισμό. Διακρίνει τους μουσουλμάνους ως νομοταγή πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται πλήρη νομική προστασία, από το Ισλάμ ως θρησκευτικό σύστημα ιδεών και τον ισλαμισμό ως πολιτικό σχέδιο οργανώσεως της κοινωνίας σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο. Παραλλήλως, εξετάζει την ισλαμοφιλία, που προάγεται μέσω προπαγανδιστικών μηχανισμών, τον ισλαμιστικό εισοδισμό και τη χρήση διγλωσσίας, ως μηχανισμούς επηρεασμού των δυτικών κοινωνιών.

Ως προς τη μετανάστευση, το δοκίμιο διαχωρίζει τα αρχικά οικονομικά, οικογενειακά ή ανθρωπιστικά κίνητρα των μεταναστών από τη μεταγενέστερη ιδεολογική και πολιτική αξιοποίηση της εγκαταστάσεώς τους από οργανωμένα ισλαμιστικά δίκτυα. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι έννοιες της Hijrah, του «ιεραποστολικού μετανάστη» και της taqiyya, καθώς και η παρεμπόδιση της ενσωματώσεως, η κοινοτική περιχαράκωση, ο προσηλυτισμός και η ριζοσπαστικοποίηση. Τέλος, αναλύεται η αμυντική αδυναμία της Ευρώπης, η οποία αποδίδεται τόσο στην πολιτική της απροθυμία όσο και στο ισχύον διεθνές και ενωσιακό πλαίσιο ασύλου και μεταναστεύσεως. Προτείνεται αντιστροφή του σημερινού κανόνος: παροχή επαρκούς δυνατότητος νομίμου εισόδου μέσω προξενικών διαδικασιών, αυστηρός έλεγχος της κλίμακος των εισροών, αποτελεσματική συνοριακή αποτροπή, συμπεριλαμβανομένης της επαναπροωθήσεως προς ασφαλείς χώρες, αυστηρότερη αντιμετώπιση της διακινήσεως, και ανακατανομή της ευθύνης αποδοχής μεταναστών εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Καταληκτική θέση είναι ότ η δημοκρατική δυτική κοινωνία οφείλει να προστατεύει πρωτίστως τον εαυτόν της και όλους ανεξαιρέτως τους νομίμους κατοίκους της, χωρίς να παραιτείται από την υπεράσπιση του Συντάγματος, του κοινού νόμου, των συνόρων και της κοινωνικής της συνοχής. Οι ιδέες δεν πρέπει να διώκονται· πρέπει, όμως, να παραμένουν όλες ανοικτές στην ελεύθερη εξέταση, αντιπαράθεση, κριτική και απόρριψη. Η ελευθερία αυτή προϋποθέτει ότι όποιος επικρίνει μία θρησκεία ή πολιτική ιδεολογία δεν θα υφίσταται εξ αιτίας των απόψεών του θεσμική δίωξη, εκφοβισμό, προπηλακισμό ή βία.

Ερωτήσεις στις οποίες απαντά το παρόν δοκίμιο

  1. Πώς μπορεί ένα πρωτογενώς ανομοιογενές μεταναστευτικό ρεύμα να αξιοποιηθεί δευτερογενώς από ισλαμιστικά δίκτυα, και ποιές θεσμικές και νομικές μεταβολές απαιτούνται ώστε η Ευρώπη και η Ελλάς, ως χώρα πρώτης υποδοχής, να ανακτήσουν την αμυντική τους ικανότητα έναντι των μεταναστευτικών κυμάτων;

  2. Πώς μπορεί η δυτική δημοκρατία να προστατεύει πλήρως τους μουσουλμάνους με δικαίωμα εγκαταστάσεως ως πρόσωπα, χωρίς να καθιστά το Ισλάμ και τον πολιτικό ισλαμισμό απρόσβλητα από την κριτική και την πολιτική αντιμετώπιση;

Η πολιτική δύναμη των λέξεων

Οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς την πραγματικότητα. Την οργανώνουν, υποδεικνύουν τι επιτρέπεται να λεχθεί και, ορισμένες φορές, προκαθορίζουν ποιός δικαιούται να μιλήσει. Η «ισλαμοφοβία» είναι μία τέτοια λέξη. Συμπυκνώνει σε έναν μόνο όρο φαινόμενα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους: τον φόβο προς το Ισλάμ, την δυσμενή κριτική προς την ισλαμική διδασκαλία, την αντίθεση προς την πολιτική έκφραση του Ισλάμ, την απλή προκατάληψη κατά των μουσουλμάνων και, τέλος, την πραγματική διάκριση ή/και άσκηση βίας εις βάρος τους. Αυτή ακριβώς η σύγχυση αποτελεί το βασικό της πρόβλημα.

Η ιστορική γένεση της «ισλαμοφοβίας»

Ο όρος απαντάται για πρώτη φορά σε γαλλική έκδοση ως “islamophobie” το 1910, στο έργο του Alain Quellien για τη γαλλική πολιτική στη Δυτική Αφρική. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η ευρωπαϊκή διείσδυση ενεθάρρυνε στην πραγματικότητα την εξάπλωση του Ισλάμ στην Αφρική, παρά τις προσπάθειες εκχριστιανισμού των τοπικών πληθυσμών. Παρατηρεί ότι ο εξισλαμισμός ενός μεγάλου τμήματος της Δυτικής Αφρικής είχε θετική επίδραση στην κοινωνική πρόοδο σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της κρατικής συγκροτήσεως. Επισημαίνει τη σημασία των μουσουλμανικών αδελφοτήτων λόγω του φαινομένου της χωριστικής κοινωνικής των συμπεριφοράς, και καλεί την γαλλική διοίκηση να προσέχει το φαινόμενο. Θεωρεί αυθαιρέτως ότι η λεγόμενη Umma, το παγκόσμιο πνευματικό “κοινό” των πιστών— και το παρεπόμενό του, ο πανισλαμισμός, είναι απίθανο να αποκτήσουν μεγάλη απήχηση μεταξύ ανθρώπων που δεν είναι ιδιαίτερα φανατικοί και στερούνται θρησκευτικού ζήλου, πράγμα που αργότερα διαψεύστηκε στην πράξη. Συνιστά ανεκτική και κατευναστική πολιτική των γαλλικών αρχών απέναντι στους μουσουλμάνους.

Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της Ισλαμοφοβίας στα αγγλικά ανάγεται, σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, στο 1923 (OED, 2023). Παρέμεινε όμως λέξη με περιθωριακή χρήση έως το 1997, όταν το βρετανικό Runnymede Trust (1997) την εισήγαγε δυναμικά στον δημόσιο και θεσμικό λόγο. Στην πρώην αποικιοκρατική Βρετανία, και στη συγκεκριμένη εποχή, η χρήση του όρου επεδίωκε την ισοπολιτεία των μουσουλμάνων υπηκόων που είχαν μεταναστεύσει νομίμως στη βρετανική μητρόπολη, και φαινόταν ότι υπήρχε διάκριση εις βάρος των.

Από τις δύο αυτές αρχικές χρήσεις του όρου Ισλαμοφοβία, δεν φαίνεται να επινοήθηκε η λέξη εξ αρχής με συνειδητό σκοπό να καταστήσει το Ισλάμ απρόσβλητο από την κριτική. Δεν χρειάζεται, όμως, να αποδείξουμε μία αρχική συνωμοτική πρόθεση για να εξετάσουμε τη σημερινή πολιτική λειτουργία μιας λέξεως. Οι όροι συχνά αποκτούν χρήσεις με συνέπειες διαφορετικές από εκείνες που είχαν κατά τη γέννησή τους. Η διολίσθηση του περιεχομένου των εννοιών είναι ένα από τα φαινόμενα των παρακμιακών περιόδων.

Η «φοβία» ως μηχανισμός αντιστροφής του βάρους αποδείξεως

Ο ψυχιατρικός όρος «φοβία» σημαίνει τον φόβο που δεν δικαιολογείται από τα πραγματικά δεδομένα: ενώ δηλαδή δικαιολογείται να φοβάται κανείς τα άγρια θηρία, δεν είναι εξ ίσου δικαιολογημένο να φοβάται τo νερό (υδροφοβία) ή τα περιστέρια (περιστεροφοβία). Έτσι λοιπόν, το επίθημα «φοβία» ασκεί πράγματι μία ιδιότυπη ψυχολογική πίεση, όταν αποδίδεται σε κατά τεκμήριον ψυχικώς υγιείς πληθυσμούς ανθρώπων, όπως τα μέλη των δυτικών κοινωνιών. Δεν χαρακτηρίζει απλώς ένα φόβο ως αδικαιολόγητο, και μάλιστα αντιθέτως προς τα πραγματικά δεδομένα· υποβάλλει την ιδέα ότι ο άνθρωπος που τη διατυπώνει υποκινείται σε εχρικές συμπεριφορές εκκινούμενες από τον ανορθολογικό φόβο, την ψυχική αποστροφή ή την προκατάληψη προς άλλα μέλη της κοινωνίας ή την ιδεολογία τους. Με αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση μεταφέρεται από το περιεχόμενο του επιχειρήματος στην υποτιθέμενη ψυχολογική ή ηθική ανεπάρκεια εκείνου που το εκφέρει. Ο επικριτής δεν καλείται πλέον να αποδείξει όσα λέγει· καλείται πρώτα να αποδείξει ότι δεν είναι ανορθολογικός και μισαλλόδοξος, πράγμα αδύνατον, αφού εκεί εισερχόμεθα στο πεδίο των αξιολογικών κρίσεων, οι οποίες εμπεριέχουν μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας.

Ο κατηγορούμενος ως ισλαμοφοβικός υφίσταται την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως: ο περίγυρος περιμένει από αυτόν να αποδείξει ότι είναι ορθολογικός, και όχι από τον κατήγορό του. Επειδή κανείς δεν θέλει να θεωρηθεί ανορθολογικός, ρατσιστής ή θρησκευτικώς μισαλλόδοξος, ο κατηγορούμενος τηρεί πλέον στάση αποφυγής διατυπώσεως ερωτημάτων που, σε οποιοδήποτε άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, θα εθεωρούντο αυτονόητα: π. χ., αποδέχεται το Ισλάμ το δικαίωμα κάποιου να εγκαταλείψει τη θρησκεία ή να σατιρίσει τον Προφήτη; Πώς αντιλαμβάνεται το Ισλάμ την ισότητα ανδρών και γυναικών; Πώς αντιλαμβάνεται τον βιασμό ανηλίκων; Ποιά είναι η ηθική δικαιολόγηση του αποκεφαλισμού των «απίστων», ακριβώς επειδή είναι «άπιστοι»; Αναγνωρίζει την προτεραιότητα του πολιτειακού νόμου έναντι του θρησκευτικού; Ποιά είναι η ηθική βάση της Hijrah και της Taqiyya; Πώς είναι συμβατές οι έννοιες αυτές με το διεθνές δίκαιο; Η διατύπωση τέτοιων ερωτήσεων δεν αποτελεί εκδήλωση μίσους, μισαλλοδοξίας ή κάποιας φοβίας· είναι θεμιτά και αυτονόητα ερωτήματα μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Ισλάμ, ισλαμισμός και προστασία των μουσουλμάνων

Η εννοιολογική διάκριση είναι απαραίτητη. Το Ισλάμ αποτελεί εν πρώτοις σύστημα ερεύνης του ιερού και, επομένως, είναι θρησκεία. Δεν εξαντλείται όμως στην ατομική πίστη· από τη θρησκευτική αυτή βάση προκύπτει ένα ευρύτερο σύστημα κοινωνικών, νομικών και πολιτικών ιδεών. Το σύστημα αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση του πιστού να προσηλυτίζει τους απίστους και, ιδίως στη φονταμενταλιστική του εκδοχή, μπορεί να νομιμοποιεί ακόμη και τη βία ως μέσο διαδόσεως ή επιβολής της πίστεως. Υπό αυτήν την έννοια, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα βιαίως επεκτατικής θρησκευτικής ιδεολογίας, προφανώς ασύμβατης με τις αρχές του σύγχρονου Δυτικού Κόσμου.

Ισλαμισμός ονομάζεται η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο· Ισλαμισμός, δηλαδή, είναι η πολιτική έκφραση των κοινωνικοπολιτικών ιδεών του Ισλάμ. Το θρησκευτικοπολιτικό πρόγραμμα των ισλαμιστών επιδιώκει, σε διαφορετικούς βαθμούς και με διαφορετικά μέσα κατά περίπτωσιν, την επικράτηση του ισλαμικού συστήματος έναντι των άλλων πολιτικών συστημάτων, με τελικό σκοπό την πλήρη εκτόπισή τους. Οι μουσουλμάνοι ως άτομα, αντιθέτως, δεν αποτελούν ενιαίο πολιτικό σώμα ούτε απαρτίζουν συγκεκριμένη φυλή, συνιστούν, παρά ταύτα, τεχνητό εθνισμό, την λεγόμενη Umma, η οποία, για τον ίδιο τον φονταμενταλιστή μουσουλμάνο, υπερτερεί του φυσικού του εθνισμού, π. χ. Άραψ, Πέρσης, Βαλούχος, Κούρδος κ.λπ. Οι μουσουλμάνοι δεν είναι όλοι φορείς των ιδίων πεποιθήσεων και δογμάτων, και εμφανίζουν διαφορετικούς βαθμούς θρησκευτικότητος και διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις. Παρά το γεγονός ότι το Ισλάμ δεν έχει υποστεί, όπως ο Χριστιανισμός, την επίδραση του Διαφωτισμού και παραμένει, υπό αυτήν την έννοια, μη αναμορφωμένη θρησκεία (unreformed religion), πολλοί μουσουλμάνοι έχουν δεχθεί ατομικώς την επίδραση αυτή, η οποία χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Κάθε μουσουλμάνος δικαιούται, επομένως, πλήρη νομική προστασία και πρέπει να κρίνεται αποκλειστικώς βάσει των δικών του πράξεων. Η κριτική έναντι του Ισλάμ είναι θεολογική ανταλλαγή απόψεων, ενώ η κριτική έναντι του ισλαμισμού έχει χαρακτηριστικά πολιτικοκοινωνικής συγκρούσεως. Επειδή, άλλωστε, οι πιστοί του Ισλάμ δεν συγκροτούν φυλή, η κριτική προς το Ισλάμ, ακόμη και η πολεμική εναντίον του ισλαμισμού, δεν συνιστά αφ’ εαυτής ρατσισμό. Στον Δυτικό Κόσμο, η προστασία των ανθρώπων δεν συνεπάγεται ασυλία των ιδεών τους: καμμία ιδέα δεν διαθέτει δικαίωμα να μην κρίνεται, να μην ελέγχεται ή να μην απορρίπτεται. Το Ισλάμ, συνεπώς, πρέπει να υπόκειται στην ίδια ελεύθερη και αυστηρή κριτική και, στη φονταμενταλιστική εκδοχή του, να απορρίπτεται στον βαθμό που αξιώνει την κατοχή της απόλυτης Αλήθειας, διεκδικεί το δικαίωμα να την επιβάλλει ακόμη και δια της βίας και καταπατεί βασικά δικαιώματα του ανθρώπου, όπως αυτά γίνονται αντιληπτά στις δυτικές κοινωνίες. Η απόρριψη αυτή στρέφεται κατά μιας θρησκευτικοπολιτικής αξιώσεως επιβολής και όχι κατά των μουσουλμάνων ως προσώπων, ούτε κατά της θρησκευτικής των λατρείας, αν αυτή ασκείται εντός των συνταγματικών πλαισίων.

Ισλαμοφοβία, ισλαμοφιλία και μηχανισμοί προπαγάνδας

Οι μουσουλμάνοι χωρίς τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά θα εγίνοντο αποδεκτοί ακριβώς όπως και οι Εβραίοι, οι Βουδδισταί, οι Ανιμισταί και όλοι οι άλλοι θρησκευταί. Η διάκριση αυτή μεταξύ προσώπων και ιδεών είναι απαραίτητη και για την κατανόηση δύο διαφορετικών φαινομένων, τα οποία συχνά συγχέονται στον δυτικό δημόσιο λόγο. Η λεγόμενη «ισλαμοφοβία» λειτουργεί κυρίως ως κατηγορία εναντίον όσων επισημαίνουν τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες του ισλαμισμού· η ισλαμοφιλία, αντιθέτως, αποτελεί πραγματική και αυτοτελή ιδεολογική στάση, η οποία εκδηλώνεται ως ευμένεια προς το Ισλάμ—ενίοτε συγχέοντάς το με τον ισλαμισμό—υποβάθμιση των προβλημάτων που προκαλεί ο ισλαμισμός και απροθυμία ασκήσεως της κριτικής, που θεωρείται αυτονόητη έναντι κάθε άλλης θρησκείας ή πολιτικής ιδεολογίας, ιδίως αν αυτή θίγει το κεκτημένο του Διαφωτισμού στις δυτικές κοινωνίες. Η δεύτερη δεν γεννάται από την πρώτη· προστατεύεται, όμως, από αυτήν, αφού η κατηγορία περί «ισλαμοφοβίας» χρησιμοποιείται για να αποθαρρύνει ή να απαξιώσει την αντίθετη επιχειρηματολογία.

Η παρατηρούμενη ισλαμοφιλία σε σημαντικό μέρος των δυτικών κοινωνιών, ιδιαιτέρως εκσεσημασμένη στα αριστερόστροφα και Woke ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, αποτελεί πράγματι παράδοξο, αφού ούτε η αριστερή ιδεολογία ούτε ο Woke δικαιωματισμός είναι ανεκτά στις ισλαμιστικές κοινωνίες. Για την ερμηνεία της πρέπει να συνυπολογισθούν τόσο η προπαγανδιστική δράση των ενδιαφερομένων όσο και ορισμένες εσωτερικές ιδεολογικές ροπές της ίδιας της Δύσεως. Από τη μία πλευρά, η εθνοδιαλυτική Αριστερά τείνει να συντάσσεται με δυνάμεις που αντιστρατεύονται τον δυτικό πολιτισμό, ακόμη και όταν οι δυνάμεις αυτές απορρίπτουν τις δικές της αρχές. Από την άλλη, οι Woke δικαιωματισταί αντιλαμβάνονται πρωτίστως τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις μέσα από το δίπολο καταπιεστή και θύματος· είναι επομένως ιδιαιτέρως δεκτικοί στην εικόνα του μονίμως διωκομένου μουσουλμάνου, την οποία τα ισλαμιστικά δίκτυα έχουν καλλιεργήσει με αξιοσημείωτη επιτυχία. Οι δύο αυτές κατηγορίες συμπίπτουν, άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό στα ίδια πρόσωπα, τα οποία υποστηρίζουν ή εξωραΐζουν ένα θρησκευτικοπολιτικό σύστημα που, εάν επικρατούσε, θα τους στερούσε όχι μόνον την πολιτική και προσωπική τους ελευθερία αλλά θα έθετε σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους.

Η προπαγανδιστική διάσταση του φαινομένου δεν είναι υποθετική. Σημαντικά κεφάλαια διοχετεύονται από το Κατάρ, κυρίως μέσω του Qatar Foundation υπό την προεδρία της Σεΐχας Moza bint Nasser, σε αμερικανικά πανεπιστήμια και εκπαιδευτικά δίκτυα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής ήπιας ισχύος και επηρεασμού του ακαδημαϊκού και δημόσιου λόγου (U.S. Department of Education, 2020, 2026a, 2026b· Chaffin, 2024· Roberts, 2019). Η συνολική καταγεγραμμένη αξία των καταριανών δωρεών και συμβάσεων προς αμερικανικά ιδρύματα ανωτάτης εκπαιδεύσεως είναι της τάξεως των εννέα δισεκατομμυρίων δολαρίων (U.S. Department of Education, 2026a). Οι χρηματοδοτήσεις αυτές έχουν καταγγελθεί ως τμήμα συστηματικού μηχανισμού καταριανής προπαγάνδας και ιδεολογικής επιρροής, ιδίως προς όφελος του πολιτικού Ισλάμ (ISGAP, 2023), χωρίς να έχει αντικρουσθεί η καταγγελία με στοιχεία, παρά μόνο με άρνηση (Vertuno, 2024). Στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο, ο επίσημος καταριανός λόγος και μέσα ενημερώσεως συνδεόμενα με το Κατάρ έχουν παρουσιάσει τη Hamas όχι ως τρομοκρατική οργάνωση αλλά ως «νόμιμο κίνημα αντιστάσεως», συμβάλλοντας στη νομιμοποίησή της στις δυτικές συνειδήσεις ως δήθεν απελευθερωτικής δυνάμεως (Al Jazeera, 2017· Samuel-Azran, 2013). Η κατηγορία περί «ισλαμοφοβίας» δεν δημιουργεί η ίδια την ισλαμοφιλική στάση· λειτουργεί, όμως, ως μέσο προστασίας της, επειδή εξουδετερώνει σε μεγάλο βαθμό την ελεύθερη ιδεολογική αντιπαράθεση και μεταθέτει τη συζήτηση από την αλήθεια των επιχειρημάτων στην υποτιθέμενη ηθική απαξία εκείνου που τα διατυπώνει. Σε κάθε περίπτωση, η ανεκτικότης προς μουσουλμάνους συμπολίτες, όπως, παραδείγματος χάριν, τους Έλληνες μουσουλμάνους της Θράκης, και η αυτονόητη συνταγματική προστασία των δεν ισοδυναμεί με αποδοχή της ισλαμικής θεολογίας ή του πολιτικού ισλαμισμού από τον κύριο κοινωνικό κορμό. Η ανεκτικότης και η προστασία προς νομοταγείς ανθρώπους αποτελούν φιλελεύθερη αρχή, όχι πράξη πολιτισμικής υποταγής και παραδόσεως.

Ισλαμιστικός εισοδισμός και χρήση διπλού λόγου

Το κοινωνικό πρόβλημα αρχίζει όταν η ανεκτικότης παύει να είναι αμοιβαία, όπως χαρακτηριστικά στην περίπτωση του εισαγομένου Ισλάμ σήμερα, αλλά και του φονταμενταλιστικού Χριστιανισμού της προδιαφωτιστικής εποχής· πρόβλημα υπάρχει όταν η δημοκρατία διστάζει να απαιτήσει από όλους την αποδοχή ενός κοινού νομικού πλαισίου ή όταν, κατά φιλελεύθερη υπερβολή, η έννομη τάξη αντιλαμβάνεται διαστροφικά κάθε έλεγχο του ισλαμισμού και κάθε έκνομης δραστηριότητος των μουσουλμάνων ως επίθεση κατά των μουσουλμάνων γενικώς, ενίοτε με επίκληση αντιρατσιστικού νόμου. Τα ισλαμιστικά δίκτυα επιχειρούν να αξιοποιήσουν τα δημοκρατικά δικαιώματα, τις ανθρωπιστικές ιδέες των Δυτικών κοινωνιών, τους συλλόγους, τη δημόσια χρηματοδότηση για την ενσωμάτωση μεταναστών, και την τοπική πολιτική για να διευρύνουν την επιρροή τους. Όχι μόνο δρουν ανεξέλγκτα, αλλά απολαμβάνουν και γενναίας ευρωπαϊκής χρηματοδοτήσεως για τη στήριξη του διαλυτικού έργου των (Τριανταφύλλου, 2026). Πολλά αριστερά κόμματα ελπίζουν ότι θα αναπληρώσουν την εκλογική τους βάση με μουσουλμάνους, όταν αυτοί εξασφαλίσουν πλήρη εκλογικά δικαιώματα στη χώρα. Η γαλλική κρατική έκθεση του 2025 (Ministère de l’Intérieur, 2025) περιγράφει μία στρατηγική “εισοδισμού”, συνδεδεμένη με τη χρήση διγλωσσίας και την αναζήτηση θεσμικής νομιμοποιήσεως, και εντοπίζει τη μακροχρόνια ανάπτυξη της κινήσεως των Αδελφών Μουσουλμάνων στο θρησκευτικό, εκπαιδευτικό και κοινωνικό πεδίο, ιδίως μέσω τεμενών, σχολείων και δικτύων συλλόγων.

Η χρησιμοποιούμενη διγλωσσία των ισλαμιστών αξίζει ιδιαιτέρας μνείας: Ως «χρήση διπλού λόγου» (double discours στην γαλλική κρατική έκθεση) νοείται η συστηματική προβολή διαφορετικών και ενίοτε ασύμβατων μηνυμάτων προς διαφορετικά ακροατήρια. Προς τις κρατικές αρχές και τη δυτική κοινή γνώμη προβάλλονται η κοινωνική ενσωμάτωση, η δημοκρατική συμμετοχή και ο σεβασμός της ισοπολιτείας ως συνταγματικού δικαιώματος, ενώ προς τα εισαγόμενα τμήματα του μουσουλμανικού ακροατηρίου, στα οποία ο συνταγματισμός δεν αποτελεί βιωμένο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να υποστηρίζονται η υπεροχή του ισλαμικού νόμου (Sharia), η διατήρηση χωριστής κοινοτικής ταυτότητος και η μακροπρόθεσμη μεταβολή της κοινωνίας προς τα ισλαμιστικά πρότυπα. Ο εξωτερικός λόγος εξασφαλίζει θεσμική νομιμοποίηση, πρόσβαση στους δημοσίους θεσμούς και κυρίως χρηματοδότηση, ενώ ο εσωτερικός διατηρεί την ιδεολογική συνοχή και χωριστική θέση της ισλαμικής κοινότητος. Η διγλωσσία αυτή δεν αποτελεί συνήθη προσαρμογή του ύφους προς το εκάστοτε ακροατήριο· τεκμηριώνεται με την απόδειξη ασυμβίβαστου λόγου του ίδιου προσώπου ή οργανισμού, κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο, προς το δυτικό και προς το μουσουλμανικό ακροατήριο.

Στη σελίδα 20 η γαλλική έκθεση χρησιμοποιεί ρητώς τον όρο entrisme—εισοδισμός—και τον συνδέει με τον «διπλό λόγο». Στη σελίδα 40 καταγράφει 280 συνδεόμενους συλλόγους που δραστηριοποιούνται στο θρησκευτικό, φιλανθρωπικό, εκπαιδευτικό, επαγγελματικό, νεανικό και χρηματοοικονομικό πεδίο. Οι σελίδες 44–46 εξετάζουν ειδικά την εκπαίδευση, ενώ οι σελίδες 48–52 περιγράφουν τα τοπικά οικοσυστήματα γύρω από τεμένη και συλλόγους. Στο συμπέρασμα, στη σελίδα 64, γίνεται λόγος για νομικιστική στρατηγική, δηλαδή για στρατηγική σταδιακής θεσμικής διεισδύσεως με τυπικώς νόμιμα μέσα (στο γαλλικό κείμενο: stratégie légaliste), και για επίμονη επιδίωξη των ίδιων στόχων επί τέσσερις δεκαετίες.

Δημογραφική εγκατάσταση, ενσωμάτωση και ισλαμιστική επιρροή

Η δημογραφική παρουσία και η θεσμική δράση των ισλαμιστικών δικτύων πρέπει να διακρίνονται εννοιολογικώς. Μία πολυάριθμη μουσουλμανική κοινότης δεν αποτελεί αφ’ εαυτής ισλαμιστική δύναμη· διευρύνει, όμως, το κοινωνικό πεδίο μέσα στο οποίο οργανωμένα δίκτυα μπορούν να στρατολογούν οπαδούς, να συγκροτούν θεσμούς, να αποκτούν εκλογική επιρροή και να παρεμποδίζουν την ενσωμάτωση. Για να εκτιμηθεί η έκταση του πεδίου αυτού, πρέπει να εξετασθεί ο σωρευτικός χαρακτήρας της μεταναστευτικής εγκαταστάσεως. Η αρχική φάση είναι η μαζική και, σε μεγάλο βαθμό, ανεξέλεγκτη είσοδος πληθυσμών, μεταξύ των οποίων, ιδίως στις ροές αιτούντων άσυλο, υπερεκπροσωπούνται οι άνδρες νεαρής και στρατεύσιμης ηλικίας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του 2025 από το European Union Agency for Asylum, σχεδόν οι μισοί αιτούντες άσυλο ήταν ηλικίας 18–34 ετών και το 73% αυτής της ηλικιακής ομάδος ήταν άνδρες (EUAA, 2026). Η αρχική ροή δεν εξαντλεί τη δημογραφική της επίδραση: όταν οι νεοεισερχόμενοι εξασφαλίσουν δικαίωμα παραμονής, ακολουθούν η οικογενειακή επανένωση και η είσοδος συζύγων και τέκνων. Η διαδικασία αυτή δεν είναι περιθωριακή· το 2024 εκδόθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 950.000 πρώτες άδειες παραμονής για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο 27% του συνόλου (Eurostat, 2025). Η κρίσιμη δημογραφική μεταβλητή, επομένως, δεν είναι μόνον ο αριθμός των εισερχομένων κατ’ έτος, αλλά η σωρευτική εγκατάσταση, η οικογενειακή της διεύρυνση και η γεωγραφική της συγκέντρωση.

Όταν ο ρυθμός αυτής της εγκαταστάσεως υπερβαίνει την αφομοιωτική ικανότητα της χώρας υποδοχής και, συγχρόνως, η ενσωμάτωση συναντά σε αξιόλογο τμήμα των εγκατεστημένων πληθυσμών επίμονη απροθυμία εκμαθήσεως της γλώσσας και αποδοχής του κοινού νόμου και της δημόσιας πολιτισμικής τάξεως, η «ενσωμάτωση» παραμένει πολιτικό σύνθημα: παγιώνονται γκέτο, χωριστές θρησκευτικές και κοινοτικές ταυτότητες, παράλληλα κανονιστικά συστήματα και διαρκείς εστίες κοινωνικής εντάσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, ακόμη και η πρόβλεψη του Pew Research Center ότι, στο ακραίο σενάριο συνεχίσεως των υψηλών ροών, οι μουσουλμάνοι θα έφθαναν περίπου τα 75 εκατομμύρια ή το 14% του ευρωπαϊκού πληθυσμού το 2050 δεν αποτελεί καθησυχαστικό στοιχείο (PRC, 2017). Ο πανευρωπαϊκός μέσος όρος αποκρύπτει τη μεγάλη συγκέντρωση σε συγκεκριμένες πόλεις και συνοικίες, όπου η δημογραφική, εκλογική και θεσμική μεταβολή επέρχεται πολύ πριν σχηματισθεί οποιαδήποτε πλειοψηφία σε εθνικό επίπεδο. Σε προγενέστερο στάδιο της ισλαμιστικής διεισδύσεως, η δημογραφική αυτή εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς δυνητική προϋπόθεση μελλοντικής οργανώσεως. Στη σημερινή, ήδη προχωρημένη ευρωπαϊκή φάση, όμως, τα ισλαμιστικά δίκτυα είναι συγκροτημένα και ενεργά· κάθε περαιτέρω διεύρυνση των ανεπαρκώς ενσωματωμένων πληθυσμών δεν δημιουργεί απλώς μία μελλοντική δυνατότητα, αλλά αυξάνει αμέσως το πεδίο στρατολογήσεως, θεσμικής οργανώσεως και πολιτικής επιρροής τους. Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι εάν οι μουσουλμάνοι θα αποτελέσουν σύντομα την πλειοψηφία της Ευρώπης, αλλά εάν θα παγιωθούν μεγάλες, συμπαγείς και συνεχώς διευρυνόμενες κοινότητες, εντός των οποίων οργανωμένα ισλαμιστικά δίκτυα θα μπορούν να παρεμποδίζουν την ενσωμάτωση, να αμφισβητούν τον κοινό νόμο, να προωθούν αξιώσεις εφαρμογής της Sharia και να επιβάλλουν αυξανόμενο πολιτικό και κοινωνικό κόστος στις κοινωνίες υποδοχής.

Γιατί επιλέγεται η Ευρώπη

Η δημογραφική αυτή δυναμική γεννά το επόμενο ερώτημα: γιατί όσοι δεν παραμένουν στις πρώτες χώρες καταφυγής, όπως η Τουρκία, η Λιβύη κ.λπ., επιλέγουν ως τελικό προορισμό την Ευρώπη και όχι κάποια ομόθρησκη και πολιτισμικώς συγγενέστερη χώρα; Η απάντηση βρίσκεται κατ’ αρχάς στην ίδια την ελκυστικότητα του δυτικού συστήματος. Η Ευρώπη προσφέρει ασφάλεια, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, κοινωνικές παροχές, οικογενειακή επανένωση, μακροχρόνια παραμονή, δυνατότητα πολιτογραφήσεως και ισχυρή νομική προστασία των ατομικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων· οι ίδιες οι ανθρωπιστικές αρχές, που ισχύουν, ισοδυναμούν με έλλειψη «αμυντικού συστήματος», που καθιστά εφικτή τη «μεταμόσχευση» αυτουσίων ξένων κοινοτήτων, χωρίς τη δυνατότητα απορρίψεως. Οι πλούσιες μουσουλμανικές χώρες του Κόλπου, αντιθέτως, δέχονται εκατομμύρια αλλοδαπούς κυρίως ως προσωρινούς εργαζομένους, χωρίς αντίστοιχη προοπτική ασύλου, μονίμου εγκαταστάσεως και πολιτικής εντάξεως· η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση του 1951 και δεν διαθέτει εθνικό σύστημα ασύλου (UNHCR, 2026). Παράλληλα, τα ήδη εγκατεστημένα συγγενικά και κοινοτικά δίκτυα μειώνουν το κόστος της μετακινήσεως και λειτουργούν σωρευτικά: όσο μεγαλώνει η διασπορά, τόσο ενισχύεται η έλξη που ασκεί στους επομένους μετανάστες. Η σχετική εμπειρική έρευνα αναγνωρίζει τα δίκτυα αυτά ως έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες επιλογής του ευρωπαϊκού προορισμού (JRC, 2018).

Η Hijrah και ο «ιεραποστολικός μετανάστης»

Οι παραπάνω παράγοντες εξηγούν την αρχική επιλογή του ευρωπαϊκού προορισμού, χωρίς να αποδίδουν ενιαία ιδεολογική πρόθεση στο μεταναστευτικό ρεύμα. Διαφορετικό ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο η εγκατάσταση των μουσουλμανικών πληθυσμών στη Δύση μπορεί να επανερμηνευθεί εκ των υστέρων από την ισλαμιστική σκέψη και να αποκτήσει θρησκευτικοπολιτική σημασία. Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ισλαμική έννοια της Hijrah, της μεταναστεύσεως που έχει ως κατεξοχήν ιστορικό πρότυπο την Hijrah του Μωάμεθ—περισσότερο γνωστή ως Εγίρα. Η έννοια αυτή, όπως και πολλές άλλες, έχει υποστεί μεταβολές του περιεχομένου της στο πέρασμα του χρόνου, αναλόγως των ιστορικών συνθηκών και των θεολογικών ή πολιτικών επιδιώξεων των εκάστοτε μουσουλμάνων λογίων (Shavit, 2018). Η κατεξοχήν Εγίρα του 622 μ.Χ. δεν υπήρξε απλώς φυγή προς ομοθρήσκους. Ο Μωάμεθ εγκατέλειψε τη Μέκκα και εγκαταστάθηκε στη Γιαθρίμπ—την μετέπειτα Μεδίνα—όπου συγκρότησε αυτοτελή μουσουλμανική κοινότητα, απέκτησε πολιτική και στρατιωτική ισχύ και χρησιμοποίησε τη νέα του βάση για την επέκταση του Ισλάμ, η οποία κορυφώθηκε οκτώ χρόνια αργότερα με την κατάληψη της Μέκκας. Η ιστορική ακολουθία φυγής, νέας εγκαταστάσεως, κοινοτικής οργανώσεως, ισχυροποιήσεως και τελικής επικρατήσεως δύναται, επομένως, να αναγνωσθεί ως πολιτικό αρχέτυπο και ως μορφή μιμήσεως του Προφήτη.

Στη σύγχρονη εκδοχή, η Ευρώπη έχει χαρακτηρισθεί dar al-amn, δηλαδή «χώρος ασφαλείας», ή dar al-shahada, δηλαδή «χώρος μαρτυρίας» υπό την έννοια της ομολογίας πίστεως. Θεωρητικοί όπως ο Yusuf al-Qaradawi νομιμοποίησαν την παραμονή των μουσουλμάνων στη Δύση προβάλλοντας την da‘wa, δηλαδή την ιεραποστολική διάδοση του Ισλάμ, ως ουσιώδη σκοπό και δικαιολογητικό λόγο της εγκαταστάσεώς τους. Για τον σκοπό αυτόν επικαλέσθηκαν κυρίως την πρώτη Hijrah—μετανάστευση μουσουλμάνων—στη χριστιανική Αβησσυνία, όπου βρήκαν ασφάλεια και θρησκευτική ελευθερία υπό μη μουσουλμάνο ηγεμόνα (Shavit, 2018· Fadil και συν., 2021). Παράλληλα, ισλαμιστικές θεωρήσεις του «ιεραποστολικού μετανάστη» παρουσίασαν τη μουσουλμανική παρουσία στη Δύση ως ευκαιρία διατηρήσεως της χωριστής ισλαμικής ταυτότητος και μακροπρόθεσμης διαδόσεως του Ισλάμ (Shavit, 2014)1.

Η taqiyya και η απόκρυψη στοιχείων

Στο ίδιο θεματικό πεδίο αναφέρεται συχνά και η έννοια της taqiyya, δηλαδή της δικαιοθρησκευτικώς επιτρεπόμενης αποκρύψεως της πίστεως ή των πραγματικών πεποιθήσεων υπό συνθήκες εξαναγκασμού, διωγμού ή σοβαρού κινδύνου. Η αρχή αυτή, η οποία θεμελιώνεται συνήθως στα χωρία 3:28 και 16:106 του Κορανίου, αναπτύχθηκε ιδιαιτέρως στον σιιτικό κόσμο, αναγνωρίσθηκε όμως υπό στενότερες προϋποθέσεις και στη σουνιτική νομική παράδοση (Kohlberg, 1975· Stewart, 2013· Medoff, 2015). Στην αρχική της σημασία δεν αποτελεί γενική άδεια εξαπατήσεως των μη μουσουλμάνων· μπορεί, εντούτοις, να υποστεί σημασιολογική διολίσθηση, πολιτική επανερμηνεία ή καταχρηστική επίκληση προς δικαιολόγηση της αποκρύψεως πραγματικών σκοπών, ιδίως όταν η απόκρυψη εμφανίζεται ως μέσο υπηρετήσεως ενός υποτιθέμενου «ιερού σκοπού», όπως της αποστολής του «ιεραποστολικού μετανάστου». Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η δήλωση ψευδούς ονόματος, καταγωγής, ηλικίας ή συγγενικής σχέσεως, η απόκρυψη ή κακόπιστη καταστροφή ταξιδιωτικών εγγράφων και η αποσιώπηση στοιχείων της πραγματικής διαδρομής αποτελούν καταγεγραμμένες μεθόδους παραπλανήσεως των αρχών· η ευρωπαϊκή νομοθεσία και οι οδηγίες της EUAA τις αναγνωρίζουν, άλλωστε, ως λόγους ταχύτερης και αυστηρότερης εξετάσεως της αιτήσεως ασύλου (EUAA, 2023 & 2026b). Οι συμπεριφορές αυτές δεν αποδεικνύεται ότι απορρέουν πάντοτε από θρησκευτική διδασκαλία· όταν, όμως, ενθαρρύνονται ή νομιμοποιούνται από ισλαμιστικά δίκτυα ως επιτρεπτή απόκρυψη προς εξυπηρέτηση της μονίμου εγκαταστάσεως, η taqiyya αποκτά λειτουργία υποβοηθητική της Hijrah. Η πρακτική της δεν πρέπει να τεκμαίρεται από μόνο το θρήσκευμα ή την καταγωγή του εξεταζομένου· θα ήταν, όμως, επιχειρησιακώς αφελές να μην αντιμετωπίζεται κάθε σοβαρή ασυνέπεια ή απόκρυψη στοιχείων ως ισχυρή ένδειξη κινδύνου, επιβάλλουσα συστηματικό έλεγχο της ταυτότητος, της διαδρομής και των πραγματικών σκοπών του εισερχομένου.

Αρχικά κίνητρα και μεταγενέστερη ισλαμιστική εργαλειοποίηση

Από αυτά, δεν προκύπτει ότι κάθε μουσουλμάνος εισέρχεται στην Ευρώπη ως συνειδητός φορεύς οργανωμένου σχεδίου, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται ότι τούτο συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις. Το αρχικό μεταναστευτικό ρεύμα είναι, ως σύνολο, πολιτικώς ανομοιογενές και υπαγορεύεται κυρίως από οικονομικά, οικογενειακά ή ανθρωπιστικά κίνητρα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό παράδοξο: πολλοί μετανάσται εγκαταλείπουν κοινωνίες στις οποίες η δική τους θρησκεία περιορίζει την πολιτική ελευθερία, και επιλέγουν κοινωνίες κοσμικές, ευημερούσες και ανεκτικές, χωρίς συγχρόνως να αποδέχονται τις αρχές που τις κατέστησαν ελκυστικές για αυτούς. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η οικονομική και θεσμική ανωτερότης των δημοκρατιών ασκεί επάνω τους ισχυρότερη έλξη από τη θεωρητική καταδίκη της Δύσεως. Η επιλογή μιας ελεύθερης χώρας, όμως, δεν απαλλάσσει κανένα από την υποχρέωση σεβασμού της ελευθερίας των άλλων.

Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα ανακύπτει κατά και μετά την εγκατάσταση. Τα φονταμενταλιστικά, ριζοσπαστικά ισλαμιστικά δίκτυα που έχουν ήδη συγκροτηθεί στη Δύση επιχειρούν να ιδιοποιηθούν το ανομοιογενές αυτό ανθρώπινο δυναμικό, να επανανοηματοδοτήσουν θρησκευτικώς τη μετανάστευσή του και να το μετασχηματίσουν σε μέσο μονίμου και χωριστικής κοινοτικής εδραιώσεως, προσηλυτισμού και μακροπροθέσμου επεκτάσεως. Παρεμποδίζουν τη γλωσσική, κοινωνική και πολιτισμική ενσωμάτωση, καλλιεργούν χωριστή κοινοτική ταυτότητα και μόνιμο αίσθημα θυματοποιήσεως, υποκινούν ή εκμεταλλεύονται την κοινωνική αναταραχή και, στις ακραίες εκφάνσεις τους, οδηγούν ευάλωτα άτομα στη ριζοσπαστικοποίηση και στην τρομοκρατική δράση. Έτσι, ένα πρωτογενώς οικονομικό, οικογενειακό ή ανθρωπιστικό φαινόμενο μπορεί να προσλάβει δευτερογενώς τη μορφή οργανωμένης ιδεολογικής, πολιτικής και ενίοτε τρομοκρατικής απειλής. Η διάκριση μεταξύ αρχικών κινήτρων και μεταγενεστέρας εργαλειοποιήσεως παραμένει απαραίτητη για την εκτίμηση της ατομικής προθέσεως και ευθύνης, δεν αρκεί όμως για την αξιολόγηση του συλλογικού αποτελέσματος και του μακροπροθέσμου κινδύνου. Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η πολιτική αδυναμία της Δύσεως: δεν έχει ακόμη μάθει να διακρίνει την προστασία του μετανάστη ως προσώπου από την ανοχή προς τα δίκτυα που τον απομονώνουν, τον εργαλειοποιούν και τον στρέφουν εναντίον της κοινωνίας υποδοχής. Κατ’ επέκτασιν, η πλήρης προστασία των ήδη νομίμως εγκατεστημένων προσώπων δεν συνεπάγεται γενικό δικαίωμα εισόδου νέων πληθυσμών. Επειδή, μάλιστα, η ιδεολογική συγκρότηση, οι πραγματικές προθέσεις και ο βαθμός ειλικρινείας εκάστου μετανάστου ή αιτούντος άσυλο δεν μπορούν να εξακριβωθούν πριν από την είσοδο, ενώ οι συνέπειες της μαζικής εγκαταστάσεως είναι δεδομένες, σωρευτικές και μη αναστρέψιμες, η πολιτική αυτοπροστασίας των κοινωνιών υποδοχής επιβάλλει πρωτίστως τον έλεγχο της ιδίας της κλίμακος των εισροών. Η Δύση οφείλει, επομένως, να υπερβεί τα δόγματα της πολιτικής ορθότητος, του δικαιωματισμού και της θυματοποιήσεως, και να αναπτύξει θεσμικό σύστημα αυτοπροστασίας κατά προτεραιότητα, ιδίως μέσω της μεταβολής του νομικού πλαισίου που την καθιστά ευάλωτη, όπως θα εκτεθεί παρακάτω.

Η αρχή μιας αμυντικής μεταναστευτικής πολιτικής

Μετά την πρόδηλη αποτυχία των μέχρι σήμερα πολιτικών ελέγχου και ενσωματώσεως, απαιτείται αντιστροφή του κανόνος: γενική και αυστηρή αποτροπή της μαζικής και ανεξέλεγκτης μεταναστεύσεως και αποδοχή νέων μεταναστών μόνον κατ’ εξαίρεσιν, βάσει των αναγκών και των πραγματικών δυνατοτήτων της χώρας υποδοχής, ύστερα από ατομικό έλεγχο ταυτότητος, ασφαλείας, οικονομικής αυτονομίας και προθέσεως ενσωματώσεως. Η μεταβολή αυτή δεν μπορεί να ακυρώνεται από μία ανθρωπιστική ρητορική που αναγνωρίζει δικαιώματα μόνο στους εισερχομένους και κανένα δικαίωμα αυτοπροστασίας στην κοινωνία υποδοχής· ούτε από την πίεση πολιτικών δυνάμεων, οργανώσεων και ορισμένων ΜΚΟ, των οποίων η χρηματοδότηση, η ιδεολογική στράτευση και οι σχέσεις με ξένες κυβερνήσεις πρέπει να υπόκεινται σε πλήρη δημόσιο έλεγχο. Ιδίως οι οργανώσεις που λειτουργούν ως κατ’ επίφασιν μη κυβερνητικές, στην πραγματικότητα όμως είναι βραχίονες ξένων κρατών —οι κρατικώς οργανωμένες ΜΚΟ, γνωστές διεθνώς ως GONGO (Papastavrou, 2026)— δεν μπορεί να αποκτούν ανεξέλεγκτο ρόλο στη διαχείριση των συνόρων και της μεταναστευτικής πολιτικής. Ο ανθρωπισμός μπορεί να θεμελιώνει την προστασία συγκεκριμένου ανθρώπου που αποδεδειγμένα κινδυνεύει· δεν μπορεί να επιβάλλει σε ένα κράτος την παραίτηση από τον έλεγχο των συνόρων, της πληθυσμιακής του συνθέσεως, της πολιτισμικής του ταυτότητος και του ιστορικού του μέλλοντος.

Οι διεθνείς και ευρωπαϊκοί νομικοί περιορισμοί

Η πολιτική αυτή προσκρούει σήμερα σε ένα πλέγμα διεθνών και ευρωπαϊκών κανόνων που περιορίζει δραστικά την αμυντική δυνατότητα των κρατών. Ειδικότερα, το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951, και το συνοδό πρωτόκολλο του 1967 (UNHCR, 2007), περί του καθεστώτος των προσφύγων απαγορεύουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την επιβολή κυρώσεων σε πρόσφυγες λόγω παράτυπης εισόδου ή παραμονής, το άρθρο 33 κατοχυρώνει την αρχή της μη επαναπροωθήσεως, ενώ το άρθρο 44 παρέχει στα συμβαλλόμενα κράτη τη δυνατότητα καταγγελίας της Συμβάσεως (United Nations, 1951 & 1967). Τα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (EU, 2012) κατοχυρώνουν το δικαίωμα ασύλου και απαγορεύουν τις συλλογικές απελάσεις και την απομάκρυνση προς χώρα στην οποία υπάρχει σοβαρός κίνδυνος θανατώσεως, βασανισμού ή απάνθρωπης μεταχειρίσεως. Η Σύμβαση της ΕΣΔΑ (ECHR, 1950), μέσω του άρθρου 3 και του άρθρου 4 του Τετάρτου Πρωτοκόλλου, προσθέτει την απόλυτη απαγόρευση επιστροφής σε συνθήκες βασανισμού και την απαγόρευση της συλλογικής απελάσεως. Ο Κανονισμός 2024/1348 (EP & CoE, 2024b) επιβάλλει την εξέταση αιτήσεων που υποβάλλονται ακόμη και στα σύνορα, στα χωρικά ύδατα ή στις ζώνες διελεύσεως, ενώ η Οδηγία 2024/1346 (EP & CoE, 2024a) δεν επιτρέπει την κράτηση αποκλειστικώς και μόνο λόγω της ιδιότητος του αιτούντος άσυλο. Ακόμη και ο Κανονισμός 2024/1359 (EP & CoE, 2024d), μολονότι αναγνωρίζει πλέον την εργαλειοποίηση της μεταναστεύσεως από ξένα κράτη και τις καταστάσεις κρίσεως, δεν αποδίδει στο κράτος γενικό δικαίωμα αρνήσεως εισόδου. Οι κανόνες αυτοί δημιουργήθηκαν για να προστατεύσουν τον πραγματικώς διωκόμενο άνθρωπο· η σωρευτική τους εφαρμογή, όμως, σε συνθήκες μαζικών μεικτών ροών, οργανωμένης διακινήσεως και γεωπολιτικής εργαλειοποιήσεως καταλήγει να μετατρέπει την προστασία της εξαιρέσεως σε μόνιμη αδυναμία περιφρουρήσεως του κανόνος.

Η ασυμμετρία εξουσίας και ευθύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο των επιμέρους νομικών κανόνων· αφορά τη βαθύτερη κατανομή εξουσίας και ευθύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Ένωση περιορίζει δεσμευτικώς την ευχέρεια των κρατών μελών να αποφασίζουν ποιός εισέρχεται, ποιός παραμένει και ποιός απομακρύνεται από την επικράτειά τους, χωρίς να έχει αναλάβει αντίστοιχη, σύμμετρη και αποτελεσματική ευθύνη για την προστασία και την αποκατάσταση της εδαφικής τους κυριαρχίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί το σαφέστερο παράδειγμα της ασυμμετρίας αυτής: ολόκληρη η Κύπρος εντάχθηκε νομικώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, αλλά στο κατεχόμενο τμήμα της, όπου η νόμιμη κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου παραμένει ανασταλμένη. Η περίπτωση της Κύπρου δεν αποτελεί, βεβαίως, νομικό προηγούμενο για το άσυλο, ούτε σχετίζεται με αυτό· καταδεικνύει όμως ότι η Ένωση μπορεί να ασκεί εκτεταμένη κανονιστική εξουσία επί των κρατών μελών, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την αποκατάσταση της κυριαρχίας ενός εξ αυτών επί ολοκλήρου του εδάφους του. Η μεταβίβαση εξουσίας χωρίς ισοδύναμη ανάληψη ευθύνης δημιουργεί πρόδηλο πολιτικό έλλειμμα: εάν η Ένωση αξιώνει να καθορίζει το πλαίσιο της μεταναστευτικής και συνοριακής πολιτικής, οφείλει είτε να εγγυάται εμπράκτως τα εξωτερικά σύνορα και να αναλαμβάνει τις συνέπειες των κοινών κανόνων είτε να αφήνει στα κράτη την αναγκαία ευχέρεια αυτοπροστασίας.

Νόμιμη είσοδος, συνοριακή αποτροπή και άσυλο

Σε πρακτικό επίπεδο, οι χώρες εισόδου, όπως η Ελλάς και η Μάλτα, πρέπει να διευκολύνουν τη νόμιμη διαδικασία μεταναστεύσεως με την ίδρυση αποκεντρωμένων γραφείων υποδοχής αιτήσεων ασύλου, ανθρωπιστικής εισδοχής και μεταναστεύσεως στα προξενεία ή σε ειδικά κέντρα των κυριοτέρων χωρών προελεύσεως και διελεύσεως, όπως η Τουρκία και η Λιβύη. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιβάλλει σήμερα στα κράτη να δέχονται αιτήσεις ασύλου στις διπλωματικές τους αποστολές, αλλά το Δικαστήριο της ΕΕ έχει κρίνει ότι μπορούν να θεσπίσουν με το εθνικό τους δίκαιο ανθρωπιστικές θεωρήσεις εισόδου και αντίστοιχες διαδικασίες· επομένως, αυτό είναι το πρώτο μέτρο που μπορεί και πρέπει να λάβει μονομερώς η Ελλάς (CVRIA, 2017). Αφού εξασφαλισθεί πραγματική δυνατότης υποβολής αιτήματος πριν από το επικίνδυνο ταξείδι, η συνειδητή παράκαμψή της και η παράνομη είσοδος πρέπει να συνεπάγονται απώλεια του δικαιώματος ασύλου, ακόμη και όταν ο εισερχόμενος θα μπορούσε διαφορετικά να το διεκδικήσει. Η αποτροπή στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, περιλαμβανομένης της αμέσου επαναπροωθήσεως προς ασφαλή χώρα, πρέπει να καταστεί νομικώς δυνατή, ενώ οι τυχόν παρανόμως εισερχόμενοι πρέπει να παραμένουν σε κλειστά κέντρα μέχρι την οριστική κρίση και, σε περίπτωση απορρίψεως, μέχρι την απέλασή τους. Τα σκληρά αυτά μέτρα αποσκοπούν στην αποθάρρυνση της παρανόμου μεταναστεύσεως2. Επειδή τα μέτρα αυτά συγκρούονται με τη σημερινή ερμηνεία της Συμβάσεως της Γενεύης του 1951 και του συνοδού πρωτοκόλλου του 1967 (UNHCR, 2007), του Χάρτη, της ΕΣΔΑ και του ευρωπαϊκού δικαίου ασύλου, η Ελλάς οφείλει να ζητήσει ρητή αναθεώρηση ή εξαίρεση. Η ίδια η Σύμβαση της Γενεύης προβλέπει στο άρθρο 44 τη δυνατότητα καταγγελίας της με προειδοποίηση ενός έτους· ο Χάρτης και οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί, αντιθέτως, απαιτούν συμφωνία σε επίπεδο ΕΕ ή συνειδητή πολιτική σύγκρουση με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Η διακίνηση μεταναστών ως έγκλημα κατά της κυριαρχίας

Το αδίκημα της διακινήσεως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιδιώνυμο κακούργημα κατά της κρατικής κυριαρχίας. Το άρθρο 25 του ν. 5038/2023 (ΕΛΙΝΥΑΕ, 2023) προβλέπει ήδη κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε ετών όταν δημιουργείται κίνδυνος για άνθρωπο και ισόβια κάθειρξη όταν επέρχεται θάνατος. Επειδή η κειμένη νομοθεσία είναι προδήλως ανεπαρκής για την αποθάρρυνση της λαθροδιακινήσεως, προτείνεται εδώ αυστηροποίηση: η ισόβια κάθειρξη να επεκταθεί στους οργανωτές, χρηματοδότες και καθ’ έξιν κερδοσκόπους λαθροδιακινητές, ανεξαρτήτως του αν σε κάθε συγκεκριμένη μεταφορά επήλθε θάνατος, και η απέλαση να μην μπορεί να υποκαθιστά την έκτιση της ποινής.

Schengen και προληπτικοί έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα

Η λειτουργία της ζώνης Schengen στηρίζεται στην αμοιβαία παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος φυλάσσει αποτελεσματικώς το τμήμα των εξωτερικών συνόρων που του αναλογεί· η παραδοχή αυτή, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί αμάχητο τεκμήριο, διότι η αποτυχία ενός κράτους μεταφέρει τον κίνδυνο στα υπόλοιπα. Ο ισχύων Κώδικας Συνόρων Schengen επιτρέπει ήδη την προσωρινή επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σε περίπτωση σοβαρής απειλής, περιλαμβανομένων των αιφνίδιων και μεγάλης κλίμακος παρατύπων ή παρανόμων μετακινήσεων υπηκόων τρίτων χωρών μεταξύ κρατών μελών (EP & CoE, 2024e). Η ειδική αυτή πρόβλεψη έχει, όμως, κατ’ ουσίαν χαρακτήρα εκ των υστέρων αντιμετωπίσεως, αφού προϋποθέτει ότι οι μαζικές δευτερογενείς μετακινήσεις έχουν ήδη εκδηλωθεί. Το πλαίσιο πρέπει να διευρυνθεί ρητώς, ώστε η αποδεδειγμένη κατάρρευση ή σοβαρή ανεπάρκεια της φυλάξεως εξωτερικού συνόρου, όταν δημιουργεί συγκεκριμένο και άμεσο κίνδυνο δευτερογενούς ροής, να επιτρέπει την προληπτική επαναφορά ελέγχων στα χερσαία εσωτερικά σύνορα, καθώς και στις αντίστοιχες αεροπορικές και θαλάσσιες συνδέσεις. Η πρόσφατη μαζική παραβίαση των συνόρων της Ceuta (2026) κατέδειξε ακριβώς την ανάγκη αυτή: μολονότι η ισπανική πόλη δεν έχει χερσαία επαφή με την ευρωπαϊκή ήπειρο, υπάγεται σε ειδικό καθεστώς και σχεδόν κανείς από τους εισελθόντες δεν είχε φθάσει στην ηπειρωτική Ισπανία, η Ιταλία θεώρησε τον κίνδυνο αρκετά σοβαρό ώστε να επιβάλει ελέγχους στις πτήσεις και στις θαλάσσιες συνδέσεις με την Ισπανία (Faiola και συν., 2026). Μία αντίστοιχη κατάρρευση στη Λαμπεντούζα ή στον Έβρο, όπου η δυνατότης διοχετεύσεως των εισερχομένων προς τον κυρίως ευρωπαϊκό χώρο θα ήταν αμεσότερη, θα εξέθετε ακόμη εντονότερα τα υπόλοιπα κράτη της ζώνης Schengen. Η Ελλάς πρέπει, επομένως, να παρακολουθεί συστηματικώς την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής συνοριακής αποτροπής των άλλων κρατών και να διατηρεί το δικαίωμα εγκαίρου επαναφοράς ελέγχων, πριν η ανεπάρκειά τους μετατραπεί σε τετελεσμένη μαζική ροή προς την ελληνική επικράτεια.

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδος

Η διαπραγματευτική θέση της Ελλάδος πρέπει, τέλος, να είναι απολύτως καθαρή: είτε οι εταίροι αποδέχονται την αναθεώρηση του συστήματος ασύλου και επιτρέπουν στις χώρες εξωτερικών συνόρων να ασκούν αποτελεσματική αποτροπή είτε αναλαμβάνουν οι ίδιοι, με αυτόματη και υποχρεωτική μετεγκατάσταση, όσους μετανάστες επιβάλλουν στην Ελλάδα να δεχθεί. Ο Κανονισμός 2024/1351 (EP & CoE, 2024c) προβλέπει ήδη ευρωπαϊκό μηχανισμό αλληλεγγύης, επιτρέπει όμως στα κράτη να επιλέγουν ανάμεσα στη μετεγκατάσταση, στην καταβολή χρημάτων και σε άλλα μέτρα υποστηρίξεως. Αυτό δεν αρκεί. Τα γεωγραφικώς προστατευμένα κράτη δεν μπορούν να επιβάλλουν στις χώρες των εξωτερικών συνόρων τις ανθρωπιστικές τους επιλογές και κατόπιν να εξαγοράζουν την άρνησή τους να παραλάβουν τους ανθρώπους στους οποίους οι επιλογές αυτές άνοιξαν την είσοδο. Εάν αρνηθούν τόσο την αλλαγή του νομικού πλαισίου όσο και την υποχρεωτική ανάληψη των μεταναστών, η Ελλάς θα πρέπει να θεσπίσει και να εφαρμόσει μονομερώς τα αναγκαία αμυντικά μέτρα, αναλαμβάνοντας συνειδητά τη δικαστική και οικονομική σύγκρουση που θα ακολουθήσει. Το προηγούμενο της Ουγγαρίας δείχνει ότι το κόστος δεν είναι αμελητέο: το Δικαστήριο της ΕΕ επέβαλε εφάπαξ πρόστιμο 200 εκατομμυρίων ευρώ και ένα εκατομμύριο ευρώ για κάθε ημέρα συνεχιζόμενης μη συμμορφώσεως (CVRIA, 2024). Το κόστος της κρατικής ανυπακοής στο ενωσιακό δίκαιο πρέπει να υπολογισθεί καλά· δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίζεται αποκομμένο από το πολύ μεγαλύτερο και ενδεχομένως μη αναστρέψιμο κόστος της απωλείας του ελέγχου των συνόρων, της κοινωνικής συνοχής και του ιστορικού μέλλοντος της χώρας.

Προστασία των ανθρώπων και υπεράσπιση των δημοκρατικών αρχών

Η Δύση οφείλει να υπερασπίζεται το δικαίωμα κριτικής προς το Ισλάμ, όπως και κάθε άλλης θρησκείας ή ιδεολογίας, και, ταυτοχρόνως, να αντιμετωπίζει αποφασιστικά κάθε πολιτικό σχέδιο που επιδιώκει να υποκαταστήσει τον κοινό νόμο με θρησκευτικούς κανόνες. Οφείλει επίσης να παρέχει προστασία σε όποιον αντιμετωπίζει αποδεδειγμένο κίνδυνο θανατώσεως, φυλακίσεως, βασανισμού ή άλλης σοβαρής διώξεως επειδή εγκατέλειψε ή επέκρινε το Ισλάμ. Η δημοκρατία αυτοαναιρείται τόσο όταν διώκει ανθρώπους για την πίστη τους όσο και όταν, από φόβο μήπως κατηγορηθεί για «ισλαμοφοβία», παραιτείται από το δικαίωμα και το καθήκον να υπερασπισθεί τις δικές της αρχές.

Βιβλιογραφία

Al Jazeera. (2017). Qatari FM: For Arabs, Hamas Is a Resistance Movement. AlJazeera. https://www.aljazeera.com/news/2017/6/11/qatari-fm-for-arabs-hamas-is-a-resistance-movement

Chaffin, J. (2024). Qatar’s ties to US universities scrutinised amid rise in antisemitism. Financial Times. https://www.ft.com/content/d0a16f75-8b05-4ff9-b5f1-d473d7f5a704

CVRIA. (2017). Judgment in Case C-638/16 PPU X and X v État belge. Court of Justice of the European Union. https://curia.europa.eu/site/upload/docs/application/pdf/2017-03/cp170024en.pdf

CVRIA. (2024). Judgment of the Court (Fourth Chamber) of 13 June 2024, European Commission v Hungary (Reception of applicants for international protection II), Case C‑123/22, ECLI:EU:C:2024:493. Court of Justice of the European Union. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:62022CJ0123

ECHR. (1950). European Convention on Human Rights. European Court of Human Rights – Council of Europe. https://www.echr.coe.int/documents/d/echr/convention_ENG

EP & CoE. (2024a). DIRECTIVE (EU) 2024/1346 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL laying down standards for the reception of applicants for international protection (recast). European Parliament and Council. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=OJ:L_202401346

EP & CoE. (2024b). REGULATION (EU) 2024/1348 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL establishing a common procedure for international protection in the Union and repealing Directive 2013/32/EU. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=OJ:L_202401348

EP & CoE. (2024c). REGULATION (EU) 2024/1351 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL on asylum and migration management, amending Regulations (EU) 2021/1147 and (EU) 2021/1060 and repealing Regulation (EU) No 604/2013. European Parliament and Council. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=OJ:L_202401351

EP & CoE. (2024d). REGULATION (EU) 2024/1359 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL addressing situations of crisis and force majeure in the field of migration and asylum and amending Regulation (EU) 2021/1147. European Parliament and Council. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=OJ:L_202401359

EP & CoE. (2024e). REGULATION (EU) 2024/1717 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL amending Regulation (EU) 2016/399 on a Union Code on the rules governing the movement of persons across borders. European Parliament and Council. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=OJ:L_202401717

EU. (2012). CHARTER OF FUNDAMENTAL RIGHTS OF THE EUROPEAN UNION. EU. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:12012P%2FTXT

EUAA. (2023). Practical Guide on Information Provision: Access to the Asylum Procedure. Publications Office of the European Union, pp. 81–82. https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/practical-guide-information-provision-access-to-procedure.pdf

EUAA. (2026a). Data analysis of asylum applications by sex and age in 2025. European Union Agency for Asylum – EUAA. https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-06/2026_factsheet44_applications_sex_age_EN.pdf

EUAA. (2026b). Practical Guide on the Accelerated Examination Procedure. Publications Office of the European Union, pp. 22–23. https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-06/2026-practical-guide-accelerated-examination-procedure.pdf

EUROSTAT. (2025). Migration and asylum in Europe – 2025 edition. EUROSTAT. https://ec.europa.eu/eurostat/web/interactive-publications/migration-2025

Fadil, N., Moors, A., & Arnaut, K. (2021). Envisioning Hijra: the ethics of leaving and dwelling of European Muslims. Cont Islam, 15(1), 1–16. https://doi.org/10.1007/s11562-021-00461-7

Faiola, A., Francis, E., Olmo López, D., & Ríos, B. (2026). Chaos at Spain’s border underscores how migrant flows can be weaponized. Washington Post. https://www.washingtonpost.com/world/2026/08/10/spain-border-collapse-reveals-risk-weaponized-migration-eu-us/

ISGAP. (2023). Networks of Hate: Qatari Paymasters, Soft Power and the Manipulation of Democracy. Institute for the Study of Global Antisemitism and Policy – ISGAP. https://isgap.org/wp-content/uploads/2023/12/Networks-of-Hate_5DEC.pdf

JRC. (2018). International migration drivers. European Commission Joint Research Centre Science Hub. https://publications.jrc.ec.europa.eu/repository/bitstream/JRC112622/imd_report_final_online.pdf

Kohlberg, E. (1975). Some Imāmī-shīʿī Views on Taqiyya. J Am Orient Soc, 95(3), 395. https://doi.org/10.2307/599351

Mariuma, Y. (2014). Taqiyya as Polemic, Law and Knowledge: Following an Islamic Legal Term through the Worlds of Islamic Scholars, Ethnographers, Polemicists and Military Men. The Muslim World, 104(1–2), 89–108. https://doi.org/10.1111/muwo.12047

Medoff, L. (2015). Taqiya i. In Shiʿism. Encyclopædia Iranica, online edition. https://www.iranicaonline.org/articles/taqiya-i-shiism/?utm_source=chatgpt.com (2025). Frères musulmans et islamisme politique en France. Ministère de l’Intérieur de la France. https://www.interieur.gouv.fr/sites/minint/files/medias/documents/2025-05/2025-05-02-rapport-freres-musulmans.pdfX

OED. (2023). Islamophobia. Oxford English Dictionary. https://doi.org/10.1093/OED/6132192413X

Papastavrou, A.-T. (2026). Pseudo-NGOs in Geopolitics: A Thucydidean Perspective. In Thucydidean Geopolitics for the educated layperson (pp. 80–81). Hedyepia. https://thucydidean-geopolitics.eu/el/availabilty

PRC. (2017). Europe’s Growing Muslim Population. Pew Research Center. https://www.pewresearch.org/religion/2017/11/29/europes-growing-muslim-population/

Quellien, A. (1910). La politique musulmane dans l’Afrique occidentale française (p. 278). Larose.

Roberts, D. B. (2019). Reflecting on Qatar’s “Islamist” Soft Power. Policy Brief, Brookings Institution. https://www.brookings.edu/wp-content/uploads/2019/04/FP_20190703_qatar_roberts.pdf

Samuel-Azran, T. (2013). Al-Jazeera, Qatar, and New Tactics in State-Sponsored Media Diplomacy. Am Behav Sci, 57(9), 1293–1311. https://doi.org/10.1177/0002764213487736

Shavit, U. (2014). From Nadir to Triumph: Constructing the Muslim Migrant as a Missionary Conclusion. In Islamism and the West: From “Cultural Attack” to “Missionary Migrant” (pp. 139–173). Routledge, Studies in Political Islam, no. 10.

Shavit, Uriya. (2018). Europe, the New Abyssinia: On the Role of the First Hijra in the Fiqh al-Aqalliyyāt al-Muslima Discourse. Islam and Christian–Muslim Relations, 29(3), 371–391. https://doi.org/10.1080/09596410.2018.1480120

Stewart, D. (2013). La disimulación en el islam sunní y la taqiyya morisca. Al-Qantara, 34(2), 439–490. https://doi.org/10.3989/alqantara.2013.016 The Runnymede Trust. (1997). Islamophobia: A Challenge For Us All. The Runnymede Trust. https://www.runnymedetrust.org/publications/islamophobia-a-challenge-for-us-all

UN. (1951). Convention relating to the Status of Refugees. Adopted at Geneva on 28 July 1951, United Nations Treaty Series, vol. 189, p. 137, No. 2545. https://treaties.un.org/doc/publication/UNTS/Volume%20189/volume-189-I-2545-English.pdf

UN. (1967). Protocol relating to the Status of Refugees. Adopted at New York on 31 January 1967, United Nations Treaty Series, vol. 606, p. 267, No. 8791. https://treaties.un.org/doc/Treaties/1967/10/19671004%2007-06%20AM/Ch_V_5p.pdf

UNHCR. (2007). Convention and protocol relating to the status of refugees. UNHCR. https://www.unhcr.org/sites/default/files/legacy-pdf/4d944e369.pdf

UNHCR. (2026). Saudi Arabia: Rights Mapping and Analysis Platform. UNHCR. https://rimap.unhcr.org/countries/saudi-arabia

U.S. Department of Education. (2020). Institutional Compliance with Section 117 of the Higher Education Act of 1965. U.S. Department of Education, Office of the General Counsel. https://www.ed.gov/media/document/institutional-compliance-section-117-of-higher-education-act-of-1965-october-2020-57158.pdf

U.S. Department of Education. (2026a). Section 117 Foreign Gift and Contract Public Transparency Dashboard [interactive dataset]. U.S. Department of Education. https://www.foreignfundinghighered.gov/

U.S. Department of Education. (2026b). U.S. Department of Education Releases Latest Foreign Funding Disclosures from Federally-Funded American Universities. U.S. Department of Education. https://www.ed.gov/about/news/press-release/us-department-of-education-releases-latest-foreign-funding-disclosures-federally-funded-american-universities

Vertuno, J. (2024). Texas A&M to close Qatar campus as school’s board notes instability in Middle East as factor. AP News. https://apnews.com/article/texas-am-qatar-campus-close-249608efa0df8f16fc2bf82f51a1bb12

ΕΛΙΝΥΑΕ. (2023). Ν. 5038/2023 (ΦΕΚ 81/Α΄/1.4.2023): Κώδικας Μετανάστευσης. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. https://www.elinyae.gr/ethniki-nomothesia/n-50382023-fek-81a-142023

Τριανταφύλλου, Σ. (2026). Πώς η Ευρώπη χρηματοδοτεί τα ισλαμιστικά δίκτυα της οικογένειας Ερντογάν. Athens Voice. https://www.athensvoice.gr/epikairotita/diethni/979654/pos-i-europi-hrimatodotei-ta-islamistika-diktua-tis-oikogeneias-erdogan/

Previous Post Next Post